Τα στολίδια το σκασαν

Written by

in

Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, στην κεντρική αποθήκη της Αθήνας επικρατούσε μια παράξενη φασαρία. Εδώ και έναν μήνα, όλα τα στολίδια είχαν βγει από τα κουτιά τους, έτοιμα να πάρουν τη θέση τους στα δέντρα και στους δρόμους, για να φωτίσουν την πόλη που ετοιμαζόταν να υποδεχτεί τις γιορτές. Όμως, κάτι διαφορετικό συνέβαινε φέτος. Τα στολίδια έμοιαζαν κουρασμένα, καταπιεσμένα από τον πολύ καιρό που έμεναν φυλακισμένα στα κουτιά. Ποθούσαν να βγουν έξω, να γνωρίσουν την πόλη λίγο καλύτερα, να ζήσουν κι αυτά τη μαγεία που χάριζαν κάθε χρόνο στους ανθρώπους.

Ένα βράδυ, καθώς όλοι στην αποθήκη είχαν φύγει και τα φώτα είχαν σβήσει, ακούστηκε ένας μικρός ήχος — κλικ! — το καπάκι ενός κουτιού άνοιξε. Ήταν μια χρυσή μπάλα, η πιο παλιά από όλες.

«Ώρα να ζήσουμε κι εμείς λίγο τη γιορτή!» ψιθύρισε.

Τα υπόλοιπα στολίδια άρχισαν να κινούνται σιγά-σιγά. Οι γιρλάντες ξετυλίχτηκαν, τα αστέρια άρχισαν να λαμπυρίζουν, κι ένας μικρός Άγιος Βασίλης γέλασε σιγανά:

«Ε, λοιπόν, πάμε! Μια βόλτα μόνο, κανείς δε θα το μάθει!»

Με προσοχή σύρθηκαν ως την πόρτα, και καθώς ένα ρεύμα αέρα την άνοιξε ελαφρά, βρέθηκαν έξω, κάτω από τον νυχτερινό ουρανό της Αθήνας.

Τα φώτα της πόλης έλαμπαν, κι εκείνα στάθηκαν για λίγο μαγεμένα. Η χρυσή μπάλα είδε την αντανάκλασή της σε μια βιτρίνα και γέλασε. Ένα ασημένιο αστέρι ανέβηκε πάνω σ’ ένα παγκάκι και κοίταξε ψηλά:

«Τόσα χρόνια στολίζουμε τα δέντρα, κι όμως… πρώτη φορά βλέπω τον ουρανό!»

Η νύχτα ήταν γλυκιά και γεμάτη φώτα. Τα στολίδια περπατούσαν – ή μάλλον κυλούσαν, τινάζονταν και λαμποκοπούσαν – στους δρόμους της πόλης, γελώντας σιγανά για να μην τα ακούσει κανείς.

Κάποια στιγμή έφτασαν μπροστά σε ένα μικρό πάρκο. Εκεί, κοντά σ’ ένα παγκάκι, καθόταν ένα κορίτσι τυλιγμένο με μια κουβέρτα. Κρατούσε ένα μικρό φανάρι και κοίταζε τον ουρανό.

«Τι όμορφα που είναι τα φώτα!» είπε μελαγχολικά. «Αν είχα κι εγώ λίγη λάμψη για το δέντρο μου…»

Τα στολίδια αντάλλαξαν βλέμματα. Η χρυσή μπάλα ψιθύρισε:

«Δεν μπορούμε να την αφήσουμε έτσι, είναι Χριστούγεννα!»

Έτσι, σιγά-σιγά πλησίασαν. Η γιρλάντα τυλίχτηκε γύρω από το μικρό δεντράκι δίπλα της, τα αστέρια ανέβηκαν στα κλαδιά, κι η χρυσή μπάλα πήρε τη θέση της στην κορυφή. Ξαφνικά, όλο το πάρκο γέμισε φως.

Το κορίτσι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.

«Μα… πώς έγινε αυτό;» ψιθύρισε.

Η μικρή λάμψη από τη χρυσή μπάλα τρεμόπαιξε σαν να της έκλεινε το μάτι. Για μια στιγμή, εκείνη ένιωσε πως τα στολίδια ζωντάνεψαν στ’ αλήθεια.

Λίγο πιο κάτω, ένα παιδάκι είχε κολλήσει τη μύτη του στη βιτρίνα ενός παιχνιδάδικου. Τα μάτια του γυάλιζαν από λαχτάρα.

«Παναγίτσα μου, σε παρακαλώ… να μπορούσα να έχω κι εγώ αυτό το τρενάκι! Το θέλω τόσο πολύ!» ψιθύρισε.

Ο Άι-Βασίλης, που εκείνη την ώρα περνούσε ψηλά με το έλκηθρό του, άκουσε την ευχή του παιδιού. Χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του.

«Α, όχι, αυτό το παιδί δεν μπορώ να το αφήσω έτσι!» είπε στους ταράνδους του.

Έκανε ένα μικρό νεύμα, κι ένα αστέρι από το έλκηθρο έπεσε απαλά πάνω στη στέγη του παιχνιδάδικου. Μέσα σε μια στιγμή, το μικρό τρενάκι πήρε ζωή! Κίνησε μόνο του, γλίστρησε έξω από τη βιτρίνα χωρίς να σπάσει τίποτα, και στάθηκε μπροστά στο παιδί.

Εκείνο τα έχασε.

«Μα… πώς;»

Το τρενάκι έβγαλε έναν απαλό ήχο, σαν να του έλεγε «Καλά Χριστούγεννα!» κι ύστερα φώτισε ολόκληρη η βιτρίνα με χιλιάδες μικρά λαμπάκια.

Χιλιάδες μικρά θαύματα είχαν γίνει εκείνο το βράδυ: ένα δέντρο στο πάρκο έλαμπε πιο φωτεινό από ποτέ, ένα τρενάκι βρισκόταν στα χέρια ενός μικρού παιδιού, και το χαμόγελο του κοριτσιού στο παγκάκι φωτίζε όλο το πάρκο.

Όμως, είχε έρθει η ώρα να επιστρέψουν. Η αποστολή τους δεν είχε τελειώσει ακόμη — υπήρχε κάτι άλλο που έπρεπε να κάνουν πριν ξημερώσει. Τα στολίδια συγκεντρώθηκαν σιωπηλά, περιμένοντας τις οδηγίες του Άι-Βασίλη.

Όταν η νύχτα άρχισε να υποχωρεί και τα πρώτα φώτα του πρωινού φάνηκαν στον ουρανό της Αθήνας, τα στολίδια ξεκίνησαν το δρόμο για την αποθήκη. Σιωπηλά, σαν μικρά φαντάσματα της μαγείας, γύρισαν στα κουτιά τους.

Η γιρλάντα κύλησε απαλά μέσα από τα στενά σοκάκια, τα αστέρια πετούσαν σιγανά πάνω από τις σκεπές, και η χρυσή μπάλα λάμπει ακόμα πιο δυνατά, σαν να ήθελε να κρατήσει για λίγο ακόμα τη μαγεία της νύχτας.

Όταν έφτασαν στην αποθήκη, κάθε στολίδι ξαναβρήκε τη θέση του στο κουτί του. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι ότι είχαν βγει έξω, εκτός από τη μικρή σπίθα μαγείας που είχε μείνει σε κάθε κουτί, σαν υπόσχεση ότι η νύχτα τους δεν είχε πάει χαμένη.

Ο Άι-Βασίλης τους χαιρέτησε χαμογελώντας:

«Καλά Χριστούγεννα, μικρά μου στολίδια. Του χρόνου, πάλι, θα ζήσουμε μαζί μαγικές νύχτες.»

Κι έτσι, η αποθήκη ξαναγέμισε σιωπή. Μα μέσα σ’ αυτή τη σιωπή υπήρχε χαρά, φως και η γνώριμη υπόσχεση των Χριστουγέννων: κάθε στολίδι, όσο μικρό κι αν ήταν, είχε φέρει ένα μικρό θαύμα στον κόσμο.