Η Μαρία είχε ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που ξύπνησε χαρούμενη.
Όχι ευδιάθετη. Αυτό μπορούσε να το υποκριθεί.
Χαρούμενη.
Εκείνο το πρωί, όπως κάθε πρωί, έφτιαξε καφέ, άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε τον δρόμο. Η πόλη είχε ήδη αρχίσει να κινείται. Αυτοκίνητα, βιαστικά βήματα, κορναρίσματα, άνθρωποι με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά.
Όλοι πήγαιναν κάπου.
Η Μαρία είχε την αίσθηση πως είχε μείνει πίσω.
Στο τραπέζι υπήρχε ένα σημείωμα.
Δεν θυμόταν να το είχε αφήσει κανείς.
«Δεν χρειάζεται να αισθάνεσαι έτσι για πάντα.»
Το πέταξε.
Το ίδιο βράδυ χτύπησε το τηλέφωνό της.
— Μαρία;
— Ναι;
— Θέλεις να ξαναβρείς τη χαρά σου;
Η φωνή ήταν αντρική. Ήρεμη, σχεδόν καθησυχαστική.
— Ποιος είστε;
— Κάποιος που ξέρει ότι την έχασες.
Η Μαρία δεν απάντησε.
— Έχω κάτι για σένα, συνέχισε εκείνος.
— Τι;
— Μια επιλογή.
Η γραμμή έκλεισε.
Την επόμενη μέρα βρήκε στην τσάντα της ένα μικρό λευκό κουτί.
Δεν είχε λογότυπο ούτε όνομα εταιρείας. Μόνο μία λέξη, τυπωμένη με μαύρα γράμματα:
ΧΑΡΑ
Μέσα υπήρχαν δέκα μικρά χάπια.
Και ένα χαρτί.
«Ένα την ημέρα.»
Η Μαρία έμεινε αρκετή ώρα κοιτάζοντάς τα.
Ύστερα πήρε ένα.
Το κατάπιε.
Περίμενε.
Τίποτα.
Πήγε να απογοητευτεί, όταν ξαφνικά άκουσε ένα τραγούδι από το διπλανό διαμέρισμα.
Ήταν ένα παλιό τραγούδι που άκουγε μικρή.
Χαμογέλασε.
Χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να τραγουδάει μαζί του.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, η ανάμνηση δεν την πόνεσε.
Την έκανε να νιώσει όμορφα.
Την επόμενη ημέρα πήρε δεύτερο χάπι.
Μετά τρίτο.
Η ζωή άρχισε να αποκτά χρώμα.
Η δουλειά έγινε πιο εύκολη. Οι άνθρωποι λιγότερο ενοχλητικοί. Οι Κυριακές δεν έμοιαζαν πια ατελείωτες.
Η Μαρία έβγαινε περισσότερο. Γελούσε. Έκανε σχέδια.
Οι φίλοι της το πρόσεξαν.
— Τι έπαθες;
— Τίποτα.
— Έχεις αλλάξει.
Η Μαρία χαμογελούσε.
— Ίσως απλώς να είμαι καλά.
Κανείς δεν ρώτησε περισσότερο.
Κι εκείνη δεν ήθελε να εξηγήσει.
Μέχρι που άρχισε να συμβαίνει κάτι παράξενο.
Ένα πρωί χτύπησε το αυτοκίνητό της.
Παλιά θα είχε πανικοβληθεί.
Αυτή τη φορά βγήκε, κοίταξε τη ζημιά και γέλασε.
Ένα απόγευμα ένας συνάδελφος την αδίκησε μπροστά σε όλους.
Δεν θύμωσε.
Ένα βράδυ έλαβε μήνυμα από έναν άνθρωπο που κάποτε αγαπούσε.
Το διάβασε.
Δεν ένιωσε τίποτα.
Και τότε κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Την επόμενη Κυριακή άνοιξε ένα συρτάρι που είχε χρόνια να αγγίξει.
Βρήκε μια φωτογραφία.
Εκείνη και ο Νίκος.
Στην παραλία.
Ήταν και οι δύο νέοι. Εκείνος γελούσε με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω. Εκείνη τον κοιτούσε όπως κοιτάζει κανείς έναν άνθρωπο που πιστεύει πως θα έχει για πάντα.
Ο Νίκος είχε φύγει από τη ζωή δύο χρόνια πριν.
Η Μαρία κοίταξε τη φωτογραφία.
Περίμενε να έρθει η θλίψη.
Δεν ήρθε.
Κάθισε στο πάτωμα.
Ένιωσε κάτι χειρότερο.
Απουσία.
Σαν να είχε σβήσει κάποιος ένα δωμάτιο μέσα της.
Πήρε το λευκό κουτί.
Το άνοιξε.
Ένα χάπι είχε απομείνει.
Το γύρισε ανάμεσα στα δάχτυλά της.
Και τότε πρόσεξε κάτι που δεν είχε δει ποτέ.
Στο εσωτερικό του κουτιού, γραμμένο με πολύ μικρά γράμματα, υπήρχε ένα μήνυμα:
«Η χαρά δεν προστίθεται.
Αφαιρείται ό,τι την εμποδίζει.»
Η Μαρία ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Ξαναδιάβασε τη φράση.
Και ξαφνικά θυμήθηκε.
Το πρώτο χάπι δεν της είχε φέρει τη χαρά.
Της είχε πάρει τον πόνο.
Το δεύτερο είχε πάρει τον φόβο.
Το τρίτο τον θυμό.
Κάθε χάπι αφαιρούσε κάτι.
Και μαζί με αυτά, κομμάτια από εκείνη.
Το βράδυ κάθισε μπροστά στον καθρέφτη.
Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο.
Πάρα πολύ ήρεμο.
Άνοιξε την παλάμη της.
Το τελευταίο χάπι βρισκόταν εκεί.
Για λίγα δευτερόλεπτα σκέφτηκε να το πάρει.
Ύστερα το άφησε πάνω στο τραπέζι.
Δεν το πέταξε.
Ήθελε να το βλέπει.
Για να θυμάται.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε με βάρος στο στήθος.
Έκλαψε.
Έκλαψε για τον Νίκο, για τα χρόνια που είχαν περάσει, για όλα εκείνα που είχε χάσει προσπαθώντας να μην πονάει.
Την επόμενη μέρα θύμωσε.
Μετά φοβήθηκε.
Κάποιο απόγευμα γέλασε τόσο δυνατά που η γειτόνισσα χτύπησε τον τοίχο.
— Επιτέλους! φώναξε.
Η Μαρία σταμάτησε.
Δεν ήξερε αν το «επιτέλους» αφορούσε τη γειτόνισσα ή την ίδια.
Πήγε στο παράθυρο.
Είχε αρχίσει να βρέχει.
Άπλωσε το χέρι της έξω και άφησε τις σταγόνες να πέσουν στην παλάμη της.
Δεν ήταν ευτυχισμένη.
Ήταν όμως ζωντανή μέσα σε ό,τι ένιωθε.
Κοίταξε το λευκό κουτί για τελευταία φορά.
Το πήρε.
Αυτή τη φορά το πέταξε.
Και καθώς έκλεινε το παράθυρο, το τηλέφωνο χτύπησε.
Η ίδια αντρική φωνή.
— Γιατί σταμάτησες;
Η Μαρία κοίταξε τη βροχή.
— Γιατί κατάλαβα τι μου κόστιζε η χαρά.
Στην άλλη άκρη επικράτησε σιωπή.
Ύστερα ο άντρας είπε:
— Θα ξαναγυρίσεις.
Η Μαρία χαμογέλασε.
— Ίσως.
Έκλεισε το τηλέφωνο.
Και για πρώτη φορά δεν ήξερε τι θα συνέβαινε αύριο.
Και αυτό της άρεσε.
Γιατί το αύριο, μαζί με την αβεβαιότητά του, ήταν πάλι δικό της.
Το χάπι της χαράς δεν της είχε μάθει πώς να είναι ευτυχισμένη.
Της είχε μάθει πόσο ακριβό μπορεί να γίνει ένα χαμόγελο όταν δεν είναι αληθινό.