Πεφταστεροευχες

Written by

in

Στο παλιό σπίτι του χωριού, εκείνο με τη γιασεμιά στην αυλή και τα πράσινα πατζούρια, η Άννα είχε να πάει πάνω από δέκα χρόνια. Το κράταγε πάντα στο νου της, μα η ζωή στην πόλη δεν της άφηνε περιθώριο για πισωγυρίσματα. Ώσπου, ένα βράδυ Αυγούστου, με την καρδιά βαριά και την ψυχή κουρασμένη, πήρε το αυτοκίνητο και ανηφόρισε.

Το σπίτι την περίμενε σιωπηλό, λίγο πιο ταλαιπωρημένο απ’ ό,τι το θυμόταν, αλλά ακόμα ζωντανό. Μύριζε γιασεμί και χώμα, όπως τότε. Πέρασε το χέρι της πάνω από το παλιό τραπέζι στην αυλή και ένιωσε ένα σκίρτημα — σαν να ζωντάνευε μια ξεχασμένη σκηνή από τα νιάτα της.

Όταν έπεσε η νύχτα, ανέβηκε στην ταράτσα με μια κουβέρτα. Κοίταζε τον ουρανό, όπως τότε που καθόταν με τις φίλες της και μέτραγαν τα αστέρια. Στο πλάι της ακούστηκε ένα ποδήλατο να σταματά. Γύρισε κι είδε ένα αγόρι — ή μάλλον, έναν άντρα πια, αλλά με το ίδιο αγορίστικο βλέμμα που θυμόταν. Ο Νικόλας.

«Δεν πίστευα ότι θα σε ξανάβλεπα εδώ πάνω», της είπε.

«Ούτε εγώ», χαμογέλασε. «Αλλά κάπως το ‘φερε η ζωή…»

Κάθισε δίπλα της χωρίς να ρωτήσει. Η σιωπή τους ήταν γνώριμη. Όπως παλιά.

Και τότε έπεσε το πρώτο πεφταστέρι.

«Να ξοφλήσω», είπε η Άννα σιγανά. «Να ανασάνω λίγο.»

«Να ξαναρχίσω», είπε ο Νικόλας. «Όχι απ’ την αρχή — από εδώ.»

Έπεσε και δεύτερο.

«Να βρω το κουράγιο», ψιθύρισε εκείνη.

«Να μη φοβηθώ να μείνω», πρόσθεσε εκείνος.

Και το τρίτο… τους έπιασε μαζί.

«Να γυρίσω τον χρόνο πίσω…»

Αλλά δεν το είπαν. Το ένιωσαν και οι δύο. Στην καρδιά. Στο βλέμμα. Στη μνήμη ενός φιλιού που δεν έγινε ποτέ — τότε.

Το ξημέρωμα τους βρήκε στην αυλή, με δυο κούπες καφέ και το φως να λούζει τις γαρδένιες.

Η Άννα κοίταξε γύρω της. Το σπίτι, ο κήπος, εκείνος. Το παρελθόν ήταν εδώ, αλλά όχι για να τη δέσει — για να της θυμίσει ποια ήταν. Και με ποιον θα μπορούσε να ξαναγίνει.

Κάποια πεφταστέρια δεν φέρνουν απλώς ευχές.

Φέρνουν επιστροφές.