Δεν είναι καλό να λες ψέματα.
Και όμως – υπάρχουν και τα κατ’ εξαίρεση, τα μικρά, τα καλοκαιρινά ψέματα. Αυτά που λέγονται χωρίς πρόθεση να πληγώσουν· που λέγονται για να προστατεύσουν κάτι εύθραυστο – ένα βλέμμα, μια γνωριμία, ένα όνειρο που ακόμα δεν έχει τολμήσει να γίνει αλήθεια.
Η Ευτυχία ήταν ο τύπος του αεροπλάνου. Το πλοίο της έφερνε ναυτία και μόνο στην ιδέα. Όταν άκουσε πως το ταξίδι για την Αμοργό θα κρατούσε πάνω από επτά ώρες, ήπιε σχεδόν ένα κουτί δραμαμίνες και βυθίστηκε στο κάθισμα, με τα ακουστικά στα αυτιά και το πρόσωπο κρυμμένο στο φουλάρι της.
Ο Αλκής, από την άλλη, αποφάσισε τελευταία στιγμή να ακολουθήσει την παρέα. Στεναχωρήθηκε που δεν θα μπορούσε να πάρει μαζί το αυτοκίνητό του, αλλά περισσότερο τον έπνιγε το γεγονός ότι έπρεπε να μοιραστεί την καμπίνα με τρεις αγνώστους – κι εκείνη η αλλεργία του, που φέτος τον είχε ξετινάξει, δεν τον άφηνε να ησυχάσει πουθενά.
Κι όμως, μόλις το καράβι έφτασε στο νησί, όλα αυτά ξεχάστηκαν. Η μυρωδιά του θυμαριού, το αλμυρό αεράκι και η αίσθηση ότι ο χρόνος επιτέλους σταματά, τους τύλιξαν γλυκά. Γρήγορα οι παρέες ενώθηκαν – κι έγινε το μόνο που μπορεί να συμβεί όταν άνθρωποι με ανοιχτές καρδιές συναντιούνται σε καλοκαιρινό έδαφος: άρχισαν να γελούν, να χορεύουν, να μοιράζονται μυστικά και ιστορίες που όσο περνούσαν τα βράδια, τόσο πιο αληθινές έμοιαζαν.
Γνωρίστηκαν σ’ ένα από εκείνα τα wild party, εκεί που το ποτό ρέει άφθονο και όλοι είναι μέσα στη γλύκα και την τρέλα. Η Ευτυχία ένιωσε ξαφνικά κάτι να τη λούζει – μια μαργαρίτα, κατά λάθος – και γύρισε νευριασμένη, μόνο για να κολλήσει με ένα βλέμμα σε έναν τύπο που δεν τον έλεγες όμορφο, αλλά είχε εκείνη τη γοητεία που δεν μπορείς να εξηγήσεις. Ένα απλό «συγγνώμη» ήταν η αρχή για την πιο απρόβλεπτη γνωριμία.
Μέσα στην ελαφρότητα του καλοκαιριού, ειπώθηκαν πολλά. Επηρεασμένοι από τον ήλιο και τη θάλασσα, οι λέξεις φούσκωναν όπως τα κύματα: Λονδίνο, Νέα Υόρκη, ακριβά εστιατόρια, εκδοτικοί οίκοι, best-sellers, παρουσιάσεις, deals. Ο καθένας τους έφτιαχνε μια λίγο πιο εντυπωσιακή εκδοχή του εαυτού του – κι έτσι άρχισαν τα πρώτα ψέματα. Όχι από κακία· από ανασφάλεια και λαχτάρα.
Μα πέρα από τα λόγια και τις εντυπώσεις, είχε κάνει την εμφάνισή του κι ο Κύριος με τα Βελάκια – ναι, ο φτερωτός εκείνος – και τους είχε χτυπήσει και τους δύο κατακούτελα.
Κανείς από τους δύο δεν πίστευε πως άξιζε τον άλλον.
Ο Αλκής ένιωθε πως η Ευτυχία ήταν από άλλο σύμπαν – μια γυναίκα με φως στα μάτια και λέξεις στα δάχτυλα, που μπορούσε να χωρέσει καλοκαίρια ολόκληρα σ’ ένα χαμόγελο. Κι εκείνη, πίστευε πως ο Αλκής –με τη σιγουριά που έδειχνε για όλα, με τον τρόπο που μαγείρευε σαν να έγραφε ποίηση με αλάτι και μυρωδικά– δεν θα γύριζε να κοιτάξει ποτέ στ’ αλήθεια κάποια σαν εκείνη.
Ίσως γι’ αυτό η ιστορία τους προχωρούσε πλάι πλάι – όχι ευθεία, όχι βιαστική· αλλά με φαντασία. Με βλέμματα που κρατούσαν λίγο παραπάνω, με λόγια που κρύβονταν πίσω από χιούμορ, με άγγιγμα που έμοιαζε τυχαίο αλλά δεν ήταν ποτέ.
Κι οι κολλητοί τους; Ήξεραν. Είχαν καταλάβει από νωρίς πως κάτι γινόταν – κάτι όμορφο, κάτι τρυφερό, κάτι που δεν ήθελε πολλά. Δεν μίλαγαν· παρακολουθούσαν σιωπηλά και με συγκίνηση, σαν να μην ήθελαν να χαλάσουν τη μαγεία. Τους έβλεπαν ευτυχισμένους – κι αυτό ήταν αρκετό.
«Έχω μπλέξει», παραδέχτηκε η Ευτυχία. «Αλλά δεν μπορώ να του πω την αλήθεια τώρα.»
«Δεν γίνεται να της το χαλάσω. Είναι η μόνη που με κάνει να γελάω έτσι», εξομολογήθηκε ο Αλκής.
Μα κάποια στιγμή, όπως πάντα, το καλοκαίρι άρχισε να γέρνει. Και τα ψέματα, που ξεκίνησαν για πλάκα, άρχισαν να βαραίνουν — έστω λίγο.
Ένα μεσημέρι, ένας γνωστός του Αλκή, σερβιτόρος στο beach bar, του φώναξε μπροστά στην Ευτυχία:
«Εσύ ρε δεν είπες πως πας Λονδίνο αύριο; Ή μήπως έχεις πιάτο του Chef Αλέξη το βράδυ;»
Η Ευτυχία γέλασε δυνατά – σχεδόν υπερβολικά. Αλλά βαθιά μέσα της ένιωσε για πρώτη φορά ένα μικρό “γκλινγκ” αμφιβολίας.
Εκείνο το βράδυ, καθισμένοι στη βεράντα του ξενοδοχείου, με μια κουβέρτα στα πόδια και ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, η Ευτυχία τον κοίταξε στα μάτια:
«Ρε συ, Αλκή… Αν κάτι απ’ όλα αυτά δεν είναι αλήθεια;»
Το είπε ανάμεσα σε γέλιο και σιωπή. Αλλά περισσότερο σιωπή.
Το κρασί στο χέρι του πάγωσε.
«Τι εννοείς;» ρώτησε ήσυχα.
Εκείνη σήκωσε τους ώμους.
«Λέμε τόσα… Κι αν είπαμε και λίγα παραπάνω;»
Ο Αλκής δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τον ουρανό, μετά την κοίταξε πάλι.
«Τότε ελπίζω να μη με αγάπησες για τις λέξεις μου. Αλλά για τον τρόπο που σε κοιτάζω όταν νομίζεις πως δεν βλέπω.»
Την επόμενη μέρα, εκείνη του άφησε έναν φάκελο στο κομοδίνο. Ένα σημείωμα, χειρόγραφο:
«Δεν είμαι συγγραφέας. Ή μάλλον, γράφω, αλλά μόνο για μένα. Δουλεύω σε ένα βιβλιοπωλείο, εκεί στη γωνία με τη λεμονιά. Αν θέλεις, μπορείς να έρθεις να με βρεις. Αν όχι, σε ευχαριστώ για το καλοκαίρι που μου χάρισες.»
Ο Αλκής το διάβασε τρεις φορές. Την τέταρτη, το δίπλωσε προσεκτικά και το έβαλε στην τσέπη. Πήρε χαρτί και έγραψε κι εκείνος:
«Δεν είμαι σεφ. Είμαι βοηθός σε κουζίνα. Πλένω πιάτα, δοκιμάζω σάλτσες και κάνω όνειρα. Αλλά αν ψάχνεις ακόμα παρέα για να γράψετε μαζί μια ιστορία, θα ήθελα να είμαι μέσα.»
Η τελευταία μέρα είχε φτάσει. Ο ήλιος λιγότερο καυτός, πιο ανθρώπινος. Οι αποσκευές έτοιμες. Οι άνθρωποι αποχαιρετούσαν το νησί – άλλοι χαλαροί, άλλοι με κάτι που έμοιαζε με λύπη.
Η Ευτυχία καθόταν στο καραβάκι με τα μαλλιά της στον αέρα, όταν τον είδε να πλησιάζει τρέχοντας, με μια σακούλα στο χέρι.
Μέσα είχε ένα βιβλίο μαγειρικής και ένα σημειωματάριο.
«Αν είναι να λέμε αλήθειες από δω και πέρα, θέλω να μαγειρέψω για σένα κάτι δικό μου. Και θέλω εσύ να το γράψεις. Είτε είναι συνταγή, είτε ιστορία.»
Η Ευτυχία δεν είπε τίποτα. Τον φίλησε απαλά.
Έτσι ξεκίνησε η ιστορία τους. Στα αλήθεια αυτή τη φορά.
Κι αν η αλήθεια τους ήταν λιγότερο λαμπερή από τα καλοκαιρινά τους ψέματα, ήταν πιο φωτεινή.
Γιατί δεν χρειάστηκε ποτέ να την κρύψουν ξανά.