Θαλασσινοί διάλογοι….

Written by

in

Ο Ανδρέας και η Ελένη γνωρίστηκαν ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Εκείνος, ναυπηγός, ταξίδευε συχνά για δουλειές στο νησί. Εκείνη, ζωγράφος, είχε εγκαταλείψει την Αθήνα για να βρει έμπνευση στο φως του Αιγαίου. Συναντήθηκαν ένα απόγευμα στο παλιό λιμάνι, όταν η Ελένη ζωγράφιζε τα καράβια που λικνίζονταν στο νερό.

«Τι χρώμα έχει η θάλασσα για σένα;» τη ρώτησε.

«Το χρώμα που παίρνουν τα μάτια εκείνου που αγαπάς», του απάντησε.

Ο έρωτάς τους γεννήθηκε γρήγορα, σαν καλοκαιρινό μελτέμι, και έγινε δυνατός, σαν κύμα που χτυπάει τα βράχια. Ήταν από αυτούς τους έρωτες που δεν ζητούν υποσχέσεις, μόνο παρόν. Τα βράδια περπατούσαν στα σοκάκια, γελούσαν κάτω από τα αστέρια, έφτιαχναν όνειρα στην άκρη της θάλασσας.

Αλλά το καλοκαίρι πέρασε. Και μαζί του, ήρθε η πραγματικότητα. Ο Ανδρέας έπρεπε να γυρίσει στον Πειραιά, στις υποχρεώσεις του. Η Ελένη δεν μπορούσε να αφήσει τη Σύρο.

«Έλα μαζί μου», της είπε.

«Δεν μπορώ. Εδώ ανήκω», απάντησε.

Έφυγε χωρίς να τη φιλήσει.

Τα χρόνια πέρασαν. Εκείνος ταξίδεψε σε λιμάνια του κόσμου, αλλά κανένα δεν είχε το χρώμα των ματιών της. Εκείνη ζωγράφισε δεκάδες θάλασσες, αλλά σε καμία δεν βρήκε το δικό του βλέμμα.

Μια μέρα, ένας φίλος του του έστειλε έναν πίνακα: ένα λευκό πουκάμισο, αφημένο σε μια καρέκλα μπροστά στη θάλασσα. Δεν υπήρχε υπογραφή, αλλά ήξερε.

Θα πενθώ πάντα – μ’ ακούς; – για σένα, μόνος, στον Παράδεισο.

Ο Ανδρέας και η Ελένη δεν ξαναμίλησαν από εκείνο το καλοκαίρι. Χρόνια αργότερα, η ζωή είχε πάρει τον δρόμο της. Ο Ανδρέας είχε παντρευτεί, είχε δύο παιδιά και μια ζωή γεμάτη ταξίδια, λιμάνια και θάλασσα. Η Ελένη είχε μείνει στη Σύρο, είχε τον δικό της άνθρωπο, ένα παιδί και ένα εργαστήρι γεμάτο πίνακες.

Κανείς δεν ήξερε αν ο άλλος είχε μετανιώσει. Δεν τόλμησαν να ρωτήσουν ποτέ.

Ένα βράδυ, ένα συνέδριο ναυπηγικής τον έφερε πίσω στη Σύρο. Βγήκε να περπατήσει στο λιμάνι, όπως παλιά. Σχεδόν από συνήθεια, τα βήματά του τον οδήγησαν έξω από μια γκαλερί. Στη βιτρίνα, ένας πίνακας: μια καρέκλα δίπλα στη θάλασσα, κι ένα λευκό πουκάμισο αφημένο πάνω της, σαν κάποιος να το είχε βγάλει και να μην ξαναγύρισε ποτέ.

Ένιωσε το χέρι του να τρέμει καθώς άγγιξε το τζάμι.

«Δεν το πίστευα πως θα ερχόσουν», άκουσε πίσω του.

Γύρισε. Ήταν εκείνη. Με το ίδιο βλέμμα, με τις ίδιες μπούκλες που είχαν πάρει λίγο ασημί στις άκρες.

«Δεν ήξερα πως έπρεπε», της είπε.

Δεν ήταν πια παιδιά. Δεν μπορούσαν να διορθώσουν τίποτα. Μόνο να κοιταχτούν για λίγο, να αναγνωρίσουν όσα δεν είχαν ξεχάσει.

«Είναι αργά», είπε εκείνη.

Ο Ανδρέας κοίταξε τον πίνακα. «Ήταν πάντα αργά για εμάς».

Χαμογέλασε. Εκείνη χαμογέλασε. Δεν υπήρχε χώρος για υποσχέσεις, μόνο για μια στιγμή.

«Καληνύχτα, Ανδρέα».

«Καληνύχτα, Ελένη».

Και έφυγαν, ο καθένας πίσω στη ζωή που είχε φτιάξει, παίρνοντας μαζί του εκείνη τη θάλασσα που δεν έπαψε ποτέ να τους ενώνει.