Το άλλο μας μισό μπορεί να βρίσκεται δίπλα μας, κι όμως να το αφήνουμε να φύγει, επειδή δεν έχουμε τη δύναμη να παραδεχτούμε τα συναισθήματά μας.
Εκείνη έφυγε ξαφνικά για τη Θεσσαλονίκη, όταν μια νέα θέση στη δουλειά τής παρουσιάστηκε ως μοναδική ευκαιρία. Στην αρχή κρατούσαν επαφή, τηλεφωνήματα και μηνύματα καθημερινά. Όμως ο χρόνος και η απόσταση άρχισαν να δημιουργούν σιωπές, και αυτές οι σιωπές έγιναν όλο και πιο βαριές.
Εκείνος, πίσω στην πόλη τους, προσπαθούσε να συμβιβαστεί με την απουσία της, μα δεν μπορούσε. «Δεν αντέχω δευτερόλεπτο μακριά της,» είπε μια μέρα στον αδερφό του. «Έπρεπε να της είχες μιλήσει νωρίτερα, πριν φύγει,» του απάντησε εκείνος. Τα λόγια τον χτύπησαν σαν κύματα. Ήξερε πως είχε δίκιο. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο.
«Πίστευα ότι… ότι θα ήταν καλύτερα έτσι. Ότι δεν είχα δικαίωμα να τη δεσμεύσω. Ήθελα να την αφήσω να ζήσει τη ζωή της, όπως ήθελε.»
«Τι ανοησίες είναι αυτές; Αν την αγαπάς πραγματικά, η θέση σου είναι δίπλα της. Δεν υπάρχει “σωστός χρόνος” για την αγάπη. Αν την αφήσεις να φύγει, θα το μετανιώνεις για πάντα.»
Εκείνος έμεινε σιωπηλός για λίγο. Τα λόγια αυτά τον είχαν κάνει να καταλάβει πως δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Πήρε το κινητό του, κοίταξε μια φωτογραφία της και αποφάσισε πως δεν μπορούσε να ζει άλλο με την αμφιβολία.
Το επόμενο απόγευμα έφτασε στη Θεσσαλονίκη, γεμάτος σκέψεις και συναισθήματα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, καθώς πλησίαζε στη διεύθυνση της δουλειάς της. Έξω από το κτίριο, στάθηκε για λίγο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Την είδε μέσα από τις γυάλινες πόρτες, καθισμένη στο γραφείο της. Μιλούσε με έναν συνάδελφο, και το φωτεινό χαμόγελό της φώτιζε το πρόσωπό της.
Για λίγα δευτερόλεπτα την κοιτούσε, προσπαθώντας να καταλάβει πώς είχε αντέξει τόσο καιρό χωρίς εκείνη. Εκείνη γύρισε τυχαία το κεφάλι της και τον είδε. Το χαμόγελό της πάγωσε για μια στιγμή, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, και το πρόσωπό της γέμισε με έκπληξη.
Εκείνος την κοιτούσε από μακριά, προσπαθώντας να καταλάβει πώς είχε αντέξει τόσο καιρό χωρίς εκείνη. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, εκείνη γύρισε τυχαία το κεφάλι της και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Το χαμόγελό της πάγωσε για μια στιγμή, ενώ τα μάτια της έλαμψαν.
Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Πέρασε τον δρόμο και μπήκε στο κτίριο. Εκείνη σηκώθηκε από το γραφείο της, ακίνητη.
«Δεν αντέχω χωρίς εσένα,» είπε εκείνος, η φωνή του σπασμένη από συναισθήματα.
Εκείνη, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, τον πλησίασε. «Νόμιζα πως έφυγα για το καλό σου.»
«Εσύ είσαι το καλό μου.»
Χωρίς να πει τίποτε άλλο, την τράβηξε απαλά στην αγκαλιά του και την φίλησε. Όλα γύρω τους έμοιαζαν να σβήνουν, και το μόνο που έμεινε ήταν η στιγμή. Ένα φιλί που έμοιαζε με υπόσχεση πως τίποτα πια δεν θα τους χώριζε.
Όλα γύρω τους έμοιαζαν να σβήνουν, και το μόνο που έμεινε ήταν η στιγμή. Όταν απομακρύνθηκε ελάχιστα, τον κοίταξε με τα μάτια της ακόμα υγρά, αλλά χαμογελαστά.
«Άργησες,» του είπε, με έναν τόνο που έκρυβε πειραγμένο παράπονο και αγάπη μαζί.
Εκείνος γέλασε ελαφρά, σκουπίζοντας ένα δάκρυ από το μάγουλό της. «Ποτέ ξανά.»
Ένας χρόνος μετά, το εστιατόριο με θέα στη θάλασσα ήταν σχεδόν άδειο εκείνο το βράδυ, και η γαλήνη του τοπίου αγκάλιαζε το ζευγάρι που καθόταν δίπλα στο παράθυρο. Είχαν επιστρέψει στο μέρος όπου όλα είχαν αρχίσει, για να γιορτάσουν την πρώτη τους επέτειο.
Τα κεριά πάνω στο τραπέζι τρεμόπαιζαν, και η θάλασσα στο βάθος αντανακλούσε το φως του φεγγαριού. Η κουβέντα τους κυλούσε ήρεμα, γεμάτη αναμνήσεις και όνειρα για το μέλλον.
«Δεν πιστεύω ότι πέρασε κιόλας ένας χρόνος,» είπε εκείνη, παίζοντας αφηρημένα με το ποτήρι του κρασιού της.
«Ούτε κι εγώ,» απάντησε εκείνος, κοιτάζοντάς την με λατρεία. «Αλλά ταυτόχρονα, νιώθω σαν να είμαστε μαζί μια ολόκληρη ζωή.»
Εκείνη χαμογέλασε, αλλά τα μάτια της φάνηκαν να κρύβουν μια σκέψη που δεν είχε ακόμα αποκαλύψει. Για λίγη ώρα έμειναν σιωπηλοί, κοιτάζοντας τη θάλασσα.
Η γυναίκα τελικά έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του. «Νομίζω πως πρέπει να αρχίσουμε να ζητάμε μεγαλύτερο τραπέζι όταν κλείνουμε ραντεβού.»
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του, μπερδεμένος. «Γιατί;» ρώτησε, με ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο.
Εκείνη χαμογέλασε πλατιά, τα μάτια της γεμάτα συγκίνηση. «Γιατί σύντομα θα γίνουμε τρεις.»
Τα λόγια της αιωρήθηκαν στον αέρα για μια στιγμή, προτού εκείνος καταλάβει τι εννοούσε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα, ενώ ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.
«Αλήθεια;» ψιθύρισε, η φωνή του γεμάτη δέος.
Εκείνη έγνεψε καταφατικά, και εκείνος σηκώθηκε από τη θέση του, την πλησίασε, και την αγκάλιασε σφιχτά. «Δεν μπορούσα να ζητήσω κάτι καλύτερο από αυτό,» της είπε, τη στιγμή που την κρατούσε κοντά του.
Εκείνη ανταπέδωσε την αγκαλιά, και για λίγα λεπτά έμειναν έτσι, απολαμβάνοντας τη στιγμή. Τα όνειρά τους για το μέλλον μόλις είχαν αρχίσει να παίρνουν μορφή, και ήταν μαζί για να τα ζήσουν.