Αυτά τα Χριστούγεννα στον Βόρειο Πόλο, κάτι ήταν διαφορετικό. Τα ξωτικά, όπως πάντα, τρέχανε γύρω από τον Βόρειο Πόλο για να προετοιμάσουν τα δώρα και να φτιάξουν τα παιχνίδια για τα παιδιά όλου του κόσμου. Όλοι δούλευαν με μανία για να τηρηθεί το αυστηρό χρονοδιάγραμμα της παραμονής Χριστουγέννων.
Όλοι, εκτός από τον Άι Βασίλη, φυσικά.
Εδώ και καιρό, ο Άι Βασίλης ένιωθε κουρασμένος. Όχι μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά. Κάθε χρόνο, ακριβώς τα ίδια πράγματα: ντύσιμο στο κόκκινο, το ίδιο έλκηθρο, τα ίδια τραγούδια και τα ίδια παιδιά που ζητούν ποδήλατα και ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ένιωθε ότι είχε χάσει τη μαγεία των Χριστουγέννων. Το χειρότερο ήταν ότι είχε παραμελήσει τα προσωπικά του όνειρα: ποτέ δεν είχε πάει ταξίδι σε εξωτικούς προορισμούς ή δεν είχε ζήσει τίποτα «κανονικό».
Έτσι, μια μέρα, έβαλε την κόκκινη στολή του στην άκρη και είπε στους ξωτικούς: «Φέτος δεν θα παραδώσω τα δώρα!»
Ο Αρχιξωτικός, που πάντα ήταν λίγο υπερβολικός, μόλις άκουσε την ανακοίνωση άρχισε να τρέχει γύρω από το δωμάτιο με φρενήρη ρυθμό, φωνάζοντας: «Πώς; Μα πώς, Άι Βασίλη; Χωρίς εσένα, δεν θα έχουμε κανέναν να παραδώσει τα δώρα!»
Ο Άι Βασίλης σηκώθηκε, κούνησε τα χέρια του με άνεση και είπε: «Χαλαρώστε! Αν δεν πάω, θα το κάνετε εσείς. Έχω ανάγκη από λίγο διάλειμμα. Θέλω να δω πώς είναι να ζεις σαν κανονικός άνθρωπος. Θα πάω διακοπές στο Μόναχο!»
Και έτσι, άφησε το γραφείο του και πήγε στην τοπική αεροπορική εταιρεία για να κλείσει ένα εισιτήριο. Οι υπάλληλοι του αεροδρομίου τον κοιτούσαν με απορία, αλλά όταν είδαν τη φωτογραφία του σε εκατομμύρια κάρτες και μπάλες Χριστουγέννων, όλοι τον χαιρέτησαν ευγενικά. Ο Άι Βασίλης πήρε το αεροπλάνο και πέταξε στον ήλιο, αφήνοντας πίσω του τον Βόρειο Πόλο γεμάτο αχρείαστες υποχρεώσεις.
Όταν έφτασε στο Μόναχο, απολαμβάνοντας τον ήλιο, σκέφτηκε ότι είχε κάνει την καλύτερη απόφαση της ζωής του. Επισκέφτηκε τα τοπικά καφέ, έφαγε φαγητά που δεν είχε ξαναδοκιμάσει και περπάτησε στις αγορές, μιλώντας με ανθρώπους που δεν τον ήξεραν. Ήταν η απόλυτη ελευθερία.
Όμως, το σχέδιο του να ζήσει χωρίς ευθύνες είχε αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια αποτυχίας. Κάθε φορά που περπατούσε στον δρόμο, τα παιδιά τον αναγνώριζαν αμέσως και φώναζαν: «Άι Βασίλη, πού είναι τα δώρα;» Ο ίδιος προσπαθούσε να ξεφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε όταν πήγε στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσει φρούτα, κατάφερε να αποφύγει τα μικρά χεράκια που του ζητούσαν δώρα. Ήταν αδύνατον να αποφύγει τη φήμη του.
Μετά από μια εβδομάδα γεμάτη περιπέτειες και συνεχείς παρεξηγήσεις, ο Άι Βασίλης συνειδητοποίησε κάτι πολύ σημαντικό: Η πραγματική μαγεία των Χριστουγέννων δεν είναι τα δώρα, αλλά η αίσθηση του να είσαι εκεί για τους άλλους. Ανέκαθεν του άρεσε να βλέπει τα παιδιά να χαμογελούν όταν ανοίγουν τα δώρα τους, αλλά εκείνος ποτέ δεν είχε σκεφτεί τη σημασία αυτών των μικρών στιγμών σύνδεσης.
Αποφάσισε λοιπόν να επιστρέψει στον Βόρειο Πόλο. Ο Άι Βασίλης δεν χρειαζόταν διακοπές για να είναι ευτυχισμένος. Ήθελε να επιστρέψει στη δουλειά του, αλλά αυτή τη φορά με μια νέα προοπτική.
Όταν επέστρεψε στον Βόρειο Πόλο, τα ξωτικά ήταν σε πλήρη πανικό. Τα πάντα είχαν βγει εκτός ελέγχου. Δώρα που έπρεπε να παραδοθούν είχαν γίνει… σκανδαλιάρικα αντικείμενα. Τα ξωτικά είχαν κατασκευάσει για λάθος παιχνίδια που τραγουδούσαν γκρινιάρικα τραγούδια και είχαν γεμίσει τις κάλτσες με… λάδι για τη μηχανή του έλκηθρου. Τα πάντα ήταν σε απόλυτη αναστάτωση.
Ο Άι Βασίλης, όμως, δεν φώναξε. Αντιθέτως, πήγε κοντά στον Αρχιξωτικό και του είπε με χαμόγελο: «Δεν πειράζει. Όλα είναι μια ευκαιρία να γελάσουμε και να τα κάνουμε καλύτερα. Φέτος, ας κάνουμε τα Χριστούγεννα διαφορετικά. Μην ανησυχείς για τα δώρα. Το πιο σημαντικό είναι να περάσουμε όλοι μαζί καλά.»
Τα ξωτικά αρχικά κοιτάχτηκαν σαστισμένα, αλλά έπειτα άρχισαν να γελάνε. Όλοι συμφώνησαν να οργανώσουν μια τεράστια γιορτή, γεμάτη τραγούδια, παιχνίδια και γλυκά. Ο Άι Βασίλης, παρά την ξαφνική αλλαγή του προγράμματος, τους ενέπνευσε να προσφέρουν πραγματική χαρά και αγάπη. Όλα έγιναν από καρδιάς.
Έτσι, φέτος, τα Χριστούγεννα δεν ήταν τα πιο τέλεια, αλλά ήταν τα πιο γεμάτα αληθινή μαγεία που είχε ζήσει ποτέ ο Άι Βασίλης. Επειδή, στο τέλος, οι στιγμές μαζί με τους αγαπημένους μας είναι το μεγαλύτερο δώρο όλων.