Τα χρώματα του κοσμου

Written by

in

Μια φορά και έναν καιρό ο Θεός αποφάσισε να δημιουργήσει το σύμπαν. Έβαλε τα πάντα μέσα σε αυτό: τον Ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια και 7 μεγάλες σφαίρες, τους πλανήτες. Όπως κάθε δημιουργός, αγαπούσε το δημιούργημά του. Είχε όμως μια ιδιαίτερη αδυναμία στη μικρούλα Γη. Αποφάσισε να ασχοληθεί έξι ολόκληρες μέρες μόνο μαζί της.

Την έβδομη μέρα διαπίστωσε πως είχε φτιάξει κάτι πολύ όμορφο! Όμως κάτι έλειπε. Υπήρχε ο ουρανός και η θάλασσα, ωστόσο όλα ήταν ασπρόμαυρα, δεν ξεχώριζαν καθόλου μεταξύ τους. Βουνά και λαγκάδια δεν φαίνονταν, αλλά ούτε τα ζώα έβρισκαν να φάνε. «Κάτι έχω κάνει λάθος» σκεφτόταν.

Απορροφημένος στις σκέψεις του, αποφάσισε λίγο να το συζητήσει με ένα πλάσμα από τα πουλιά που πετούσαν ψηλά στον ουρανό. Δεν ήξερε όμως με ποιο από όλα! Καθόταν ψηλά στον Παράδεισο και σκεφτόταν. Σε ένα κοντινό δέντρο, ένα μικρό χελιδόνι προσπαθούσε να στήσει τη φωλιά του. Αποφάσισε λοιπόν να γίνει και εκείνος ένα μικρό χελιδόνι για να μπορέσει να του μιλήσει.

«Θέλεις βοήθεια;» είπε στο μικρό χελιδόνι. «Ναι, αλήθεια το χρειάζομαι γιατί δεν βλέπω στο σκοτάδι. Δεν μπορώ να χτίσω σωστά τη φωλιά μου με αποτέλεσμα να κουράζομαι και να κρυώνω». Σκέφτηκε ο Θεός, «χρειάζομαι να δώσω αρκετό κίτρινο χρώμα στον ήλιο ώστε με τις ακτίνες του να αγκαλιάσει τη γη». Αμέσως άλλαξε η διάθεση στο μικρό πουλάκι, μπόρεσε και τελείωσε το σπιτάκι του και χαρούμενο άρχισε να τραγουδάει. Ο Θεός χάρηκε πάρα πολύ!

Σκέφτηκε όμως πως ούτε αυτό ήταν αρκετό. Κοίταξε ψηλά στον ορίζοντα και είδε ότι το σκούρο χρώμα του δημιουργούσε κακή διάθεση. Έψαχνε κάτι που ταίριαζε στο κίτρινο του ηλίου και έτσι σκέφτηκε το μπλε. Αποφάσισε να αγκαλιάσει όλο τον ορίζοντα με αυτό. Ύστερα πρόσεξε τη θάλασσα. «Ο μισός πλανήτης καλύπτεται από νερό» σκέφτηκε. «Ωραία ιδέα θα ήταν να φαίνεται σαν συνέχεια του ορίζοντα» και συνέχισε το γαλάζιο και εκεί.

Κοίταξε γύρω του και τα πράγματα είχαν αλλάξει. Τα δημιουργήματά του είχαν αλλάξει διάθεση, ήταν πιο χαρούμενα και ελεύθερα. Ιδιαίτερα όμως ενθουσιάστηκε με τη γοργόνα, η οποία για να του εκφράσει τη χαρά της, κούνησε δυνατά την ουρά της και βούτηξε ακόμα πιο βαθιά στο γαλάζιο νερό. Αποφάσισε να συνεχίσει τη βόλτα του, τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα.

Όμως κάτι έλλειπε. Κοίταξε ευθεία μπροστά, έβλεπε ένα ατελείωτο γκρι. Ένιωσε τη διάθεσή του να χαλάει. «Κανείς δεν θα διασκεδάζει αν όλα είναι μονότονα. Χρειάζεται ελπίδα και αισιοδοξία, για αυτό και εγώ θα βάλω πράσινο και καφέ ώστε να φυτρώνουν δέντρα και λουλούδια με όλα τα χρώματα, κάθε λογής μυρωδιά». Έτσι το πράσινο μπλέχτηκε με το καφέ, το κόκκινο με το μπλε, το μωβ με το ροζ και όλη η φύση πανηγύριζε για αυτήν την πανδαισία χρωμάτων.

Έτσι λοιπόν ο κόσμος έπαψε να είναι γκρι και μονότονος και έγινε ένας αληθινός παράδεισος. Ο Θεός λοιπόν, πλέον ικανοποιημένος, αποφάσισε να ξεκουραστεί. Είχε φτιάξει έναν πολύ όμορφο κόσμο για όλους εμάς, ώστε να κατοικούμε εκεί ευτυχισμένοι.

Αυτό τον κόσμο λοιπόν, που έγινε με τόση αγάπη και φροντίδα, οφείλουμε να τον προσέχουμε και να τον αγαπάμε ώστε να τον παραδώσουμε στις γενεές που ακολουθούν. Είναι το δώρο του Θεού στο σπουδαιότερο δημιούργημά του, τον άνθρωπο!