Ο Κωνσταντίνος δεν είπε την αλήθεια.
Όχι γιατί δεν μπορούσε. Αλλά γιατί δεν ήθελε.
Ήταν το πρώτο του καλοκαίρι που θα δούλευε σε μαγαζί δίπλα στη θάλασσα. Ήταν ενθουσιασμένος, λίγο αγχωμένος και κυρίως αποφασισμένος να μη φανεί “ο τύπος που δεν έχει ζήσει τίποτα ακόμα”.
Και κάπου εκεί, στην πρώτη γνωριμία, έγινε το πρώτο μικρό λάθος.
«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε ένας συνάδελφος.
Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε.
Δεν σκέφτηκε πολύ.
«Μάριο», είπε.
Ένα όνομα πιο ελαφρύ. Πιο καλοκαιρινό. Πιο εύκολο να το φοράς σαν ρόλο.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβει, ο Κωνσταντίνος έγινε ο Μάριος.
Στην αρχή ήταν αστείο. Ένα παιχνίδι σχεδόν. Κανείς δεν έδωσε σημασία.
Μετά έγινε συνήθεια.
Και μετά έγινε βολικό.
Όταν τον ρωτούσαν τι κάνει, χαμογελούσε λίγο πιο “σίγουρα” απ’ όσο ένιωθε:
«Η οικογένειά μου είναι οικονομικά άνετη. Δουλεύω εδώ απλά για να περνάω τον χρόνο μου.»
Κανείς δεν ρωτούσε παραπάνω. Κανείς δεν έβλεπε πίσω από το χαμόγελο.
Μόνο που η αλήθεια ήταν άλλη.
Ο Κωνσταντίνος δούλευε κανονικά. Για το νοίκι του. Για τα μαθήματα υποκριτικής. Για να πλησιάσει λίγο το όνειρό του: να γίνει ηθοποιός.
Και ίσως γι’ αυτό τα ψέματα του έβγαιναν τόσο εύκολα. Γιατί ήδη ζούσε μέσα σε ρόλους.
Και τότε εμφανίστηκε εκείνη.
Την έλεγαν Ελένη.
Δεν έκανε θόρυβο όταν μπήκε στο μαγαζί. Δεν προσπάθησε να τραβήξει προσοχή. Απλά υπήρχε με έναν τρόπο που σε έκανε να κοιτάς λίγο παραπάνω.
Και τον γνώρισε ως “Μάριο”.
Στην αρχή όλα ήταν απλά. Κουβέντες ανάμεσα σε βάρδιες, χαμόγελα, μικρές διαδρομές μετά τη δουλειά.
Μέχρι που μια μέρα τον κοίταξε αλλιώς.
«Εσύ γιατί δουλεύεις εδώ; Δεν μοιάζεις για άνθρωπο που το έχει ανάγκη.»
Ο “Μάριος” χαμογέλασε.
Ο Κωνσταντίνος όμως πάγωσε.
«Απλά… μου αρέσει», είπε.
Και το άφησε εκεί.
Για πρώτη φορά, το ψέμα δεν τον προστάτευσε. Τον έκρυψε.
Οι μέρες πέρασαν και το όνομα “Μάριος” άρχισε να βαραίνει. Όχι γιατί ήταν ψέμα. Αλλά γιατί είχε αρχίσει να σημαίνει κάτι.
Μέχρι που ένα απόγευμα, η Ελένη τον κοίταξε καθαρά.
«Δεν είσαι αυτός που λες», του είπε.
Ο “Μάριος” δεν μίλησε.
Για πρώτη φορά δεν είχε ρόλο έτοιμο.
«Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε ήρεμα.
Και εκείνος, μετά από μια παύση, χαμογέλασε μισά.
«Γιατί έτσι νιώθω πιο… εγώ.»
Το είπε χωρίς δράμα. Σχεδόν απλά.
Και αυτό ήταν το πιο περίεργο απ’ όλα.
Γιατί δεν προσπαθούσε πια να κρυφτεί. Ούτε να το δικαιολογήσει.
Η Ελένη τον κοιτούσε σιωπηλή.
«Οκ… και πώς σε λένε πραγματικά;»
«Κωνσταντίνος», είπε χαμηλά.
Και περίμενε να χαλάσει κάτι.
Αλλά η Ελένη απλά έγνεψε.
«Εντάξει, Κωνσταντίνε.»
Και δεν έφυγε.
Αντίθετα, έμεινε.
Τις επόμενες μέρες δεν τον φώναζε πια “Μάριο”. Δεν τον έβλεπε σαν ψέμα, αλλά σαν άνθρωπο που είχε μάθει να ντύνεται με ρόλους για να νιώθει λίγο πιο δυνατός.
Και αυτό τον αποσυντόνιζε περισσότερο από οποιαδήποτε αποκάλυψη.
Γιατί ο “Μάριος” ήταν άνεση. Ο Κωνσταντίνος ήταν έκθεση.
Μέχρι που ένα βράδυ, δίπλα στη θάλασσα, η Ελένη του είπε:
«Δεν με πείραξε που είπες ψέματα.»
Σιώπησε.
«Με πείραξε ότι ένιωθες πιο άνετα να είσαι κάποιος άλλος παρά εσύ.»
Και εκείνος απάντησε για πρώτη φορά χωρίς άμυνα:
«Γιατί όταν είμαι εγώ… δεν είμαι πάντα αρκετός.»
Η Ελένη χαμογέλασε απαλά.
«Αυτό δεν είναι αλήθεια. Είναι απλά η εκδοχή σου που φοβήθηκε να σταθεί χωρίς όνομα.»
Πέρασαν οι μέρες. Το καλοκαίρι άρχισε να τελειώνει.
Και σιγά-σιγά, ο Κωνσταντίνος άφηνε τον “Μάριο” πίσω του. Όχι απότομα, αλλά σαν να έβγαζε ένα ρούχο που δεν χρειαζόταν πια.
Και η Ελένη ήταν εκεί. Όχι για να τον αλλάξει. Αλλά για να τον δει.
Ένα βράδυ, καθώς η σεζόν τελείωνε, κάθισαν στην άκρη της παραλίας.
«Ξέρεις κάτι;» είπε εκείνη.
«Τι;»
«Ο Μάριος δεν ήταν ψέμα.»
Τον κοίταξε.
«Ήταν απλά ο τρόπος σου να δοκιμάσεις ποιος μπορείς να γίνεις.»
Και για πρώτη φορά, ο Κωνσταντίνος δεν ένιωσε ότι έχασε έναν ρόλο.
Ένιωσε ότι τον κατάλαβαν.
Ο αέρας μύριζε τέλος καλοκαιριού.
Και η Ελένη γύρισε και του είπε χαμογελώντας:
«Χαίρομαι που σε γνώρισα… Κωνσταντίνε.»
«Κι εγώ», απάντησε εκείνος χωρίς δισταγμό.
Και αυτή τη φορά, δεν υπήρχε κανένα άλλο όνομα ανάμεσά τους.