Ο κύκλος στον ουρανό

Written by

in

Τον έλεγαν Άλκη και μισούσε την ήττα. Στο σχολείο, στο ποδόσφαιρο, στα βιντεοπαιχνίδια. Αν δεν ήταν πρώτος, έσπαγε το χειριστήριο. Αν έγραφε κάτω από 18, δεν μιλούσε σε κανέναν.

Σεπτέμβρης, γράφτηκε καράτε «για να μάθει να δέρνει». Αυτό είπε στη μάνα του. Στο dojo τον περίμενε ο κύριος Στέφανος.

Αν τον πετύχαινες στο σούπερ μάρκετ, δεν θα γύριζες να τον ξανακοιτάξεις. Κανονικός. Με τζιν και φούτερ. Ούτε φουσκωτός, ούτε άγριος, ούτε ουλές.

Αυτό που σε σταματούσε ήταν η ευγένειά του. Το πώς έλεγε «περάστε» και έκανε χώρο να περάσεις πρώτος. Το βλέμμα του που δεν σε έκρινε. Σε παρατηρούσε. Ήρεμα. Καθαρά. Το χαμόγελό του που έβγαινε αβίαστα, σαν να μην είχε να αποδείξει τίποτα σε κανέναν.

Ο Άλκης τον κοίταξε και ξενέρωσε. «Πού είναι ο δάσκαλος;» αναρωτήθηκε. Δεν ήξερε ακόμα ότι τον είχε μπροστά του. Τον φώναζαν όλοι «Sensei».

Πρώτο μάθημα Kankū Dai. «Σήκω», του λέει ο Sensei. «Κοίτα πάνω».

Ο Άλκης σήκωσε τα χέρια βαριεστημένα. «Και τώρα; Αυτό είναι καράτε; Πότε θα μάθω κλωτσιά;»

Ο Sensei χαμογέλασε. Αυτό το χαμόγελο που είχε κερδίσει τον Άλκη χωρίς να το καταλάβει. «Όταν μάθεις να βλέπεις. Σχημάτισε κύκλο με τα χέρια. Κοίτα τον ουρανό μέσα από αυτόν. Τι βλέπεις;»

«Το ταβάνι», είπε ο Άλκης. «Με μια λάμπα που τρεμοπαίζει».

«Ακριβώς. Βλέπεις μόνο ό,τι είναι μπροστά στη μύτη σου. Ο κύκλος είναι μικρός ακόμα».

Πέρασαν μήνες. Ο Άλκης έχανε στην προπόνηση. Έπεφτε. Ξανασηκωνόταν. Ο Sensei δεν του έλεγε «μπράβο» εύκολα. Του έλεγε «πιο αργά». «Ανάπνευσε». «Ξανά». Και κάθε φορά που ο Άλκης εκνευριζόταν, ο Στέφανος τον κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα. Δεν θύμωνε. Δεν απογοητευόταν. Απλά περίμενε. Η ηρεμία του ήταν το πιο δύσκολο μάθημα.

Ένα απόγευμα, μετά από μια άσχημη μέρα στο σχολείο, ο Άλκης ξέσπασε: «Γιατί δεν γίνομαι καλύτερος; Προπονούμαι πιο πολύ από όλους!»

Ο Sensei τον πήγε στην αυλή. Ήταν σούρουπο. «Κάνε Kankū», του είπε.

Ο Άλκης ξεκίνησε. Σήκωσε τα χέρια, έφτιαξε τον κύκλο. Και πάγωσε. Μέσα από τα χέρια του δεν έβλεπε ταβάνι. Έβλεπε ουρανό. Πρώτο αστέρι.

«Τώρα τι βλέπεις;» ρώτησε ο Sensei.

«Ότι δεν είμαι μόνος», ψιθύρισε ο Άλκης. «Και ότι ο ουρανός ήταν πάντα εκεί. Εγώ κοιτούσα κάτω».

Ο Sensei δεν μιλούσε ποτέ για τους αγώνες που είχε κερδίσει. Μιλούσε για τους μαθητές που είχε βοηθήσει. Δεν φώναζε ποτέ. Μάζευε τα στρωματάκια τελευταίος και έλεγε «ευχαριστώ» στον καθαριστή του γυμναστηρίου. Η δύναμή του δεν ήταν στις γροθιές του. Ήταν στο ότι είχε διαλέξει, κάθε μέρα, να είναι ευγενικός. Κι αυτό, κατάλαβε ο Άλκης, ήταν πιο δύσκολο από 100 κάμψεις.

Ένα χρόνο μετά, ο Άλκης κέρδισε τον πρώτο του αγώνα. Όταν κατέβηκε από το τατάμι, δεν πανηγύρισε. Πήγε πρώτα στον αντίπαλο που έκλαιγε και του έδωσε το χέρι. Μετά έψαξε τον Sensei με το βλέμμα. Ο Στέφανος στεκόταν στην κερκίδα, με το ίδιο ήρεμο χαμόγελο. Του έκλεισε το μάτι. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα.

Το βράδυ, ο Άλκης έγραψε στο μπλοκ του:

«Σήμερα κατάλαβα. Η μαύρη ζώνη δεν είναι για να δέρνεις. Είναι για να βλέπεις. Και ο δάσκαλός μου δεν μου έμαθε να κερδίζω. Μου έμαθε να μην είμαι τυφλός όταν κερδίζω. Μου έμαθε ότι ο πιο δυνατός στην αίθουσα είναι αυτός που σου κρατάει την πόρτα».

Από τότε, κάθε φορά που ζορίζεται, ο Άλκης κάνει το ίδιο. Σηκώνει τα χέρια, φτιάχνει έναν κύκλο, και κοιτάζει ψηλά. Για να θυμάται ότι η πραγματική εξάσκηση δεν είναι στις γροθιές. Είναι στο βλέμμα. Στο χαμόγελο. Στο να βλέπεις καθαρά.