Η δυνατή βροχή…
ήταν μια συσσωρευμένη οργή, ένας μαζεμένος θυμός.
Είχαν μαζευτεί τόσα πολλά — τόση ενέργεια στον ουράνιο θόλο —
που έπρεπε κάπως να εκτονωθεί.
Και τότε,
κάποιος πάτησε το λάθος κουμπί.
Όχι από κακία.
Από κούραση.
Από υπερφόρτωση.
Από εκείνη τη λεπτή στιγμή που το «αντέχω ακόμα» γίνεται «φτάνει».
Ο ουρανός άνοιξε
όχι για να καταστρέψει,
αλλά για να θυμηθεί πώς είναι να αδειάζεις.
Κι η βροχή έπεσε βαριά,
σαν εξομολόγηση χωρίς λέξεις.
Σαν κλάμα που είχε καιρό να βγει.
Γιατί μερικές φορές
το λάθος κουμπί
είναι το μόνο σωστό. Οι δρόμοι γυάλισαν από τη βροχή,
σαν να ήθελαν να καθρεφτίσουν όσα δεν τολμούσαν να πουν.
Οι στέγες βόγγηξαν,
όχι από το βάρος του νερού,
μα από το βάρος όσων κρατούσαν μέσα τους καιρό.
Ο αέρας μύρισε σίδερο και κάθαρση.
Κάθε σταγόνα ήταν ένα «συγγνώμη» που δεν ειπώθηκε,
ένα «δεν αντέχω άλλο» που πνίγηκε στον λαιμό.
Κι όταν η βροχή άρχισε σιγά σιγά να κοπάζει,
δεν έμεινε σιωπή.
Έμεινε χώρος.
Χώρος για ανάσα.
Χώρος για μια αρχή λιγότερο θυμωμένη.
Χώρος για να θυμηθεί ο ουρανός —
κι εμείς μαζί του —
πως μετά την εκτόνωση
έρχεται πάντα η ηρεμία.