Ο Κλικ ήταν ένα μικρό μολυβένιο στρατιωτάκι, κρεμασμένο από το κλαδί ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία: τον κρεμούσαν προσεκτικά, άναβαν τα φωτάκια, οι γιορτές περνούσαν και εκείνος περίμενε υπομονετικά να τελειώσουν όλα για να επιστρέψει στο κουτί του.
— Πάλι εδώ… μουρμούριζε. Ούτε μια άδεια εξόδου δεν παίρνω.
Τα βράδια όμως, όταν το σπίτι ησύχαζε και τα λαμπάκια άναβαν και έσβηναν σαν να του έκλειναν το μάτι, ο Κλικ ψιθύριζε την ευχή του στη νεράιδα των στολιδιών.
— Σε παρακαλώ… μόνο μια μικρή βόλτα.
— Και πού θα ήθελες να πας; τον ρώτησε εκείνη μια νύχτα.
— Στο Λονδίνο! είπε με ενθουσιασμό. Έχει κόκκινα διώροφα λεωφορεία και ένα ρολόι που δεν αργεί ποτέ! Το είδα στην τηλεόραση!
Η νεράιδα γέλασε.
— Καλά… αλλά κράτα γερά. Δεν έχουμε ζώνες ασφαλείας για στρατιωτάκια.
Ένα βράδυ, το παράθυρο του σαλονιού άνοιξε απαλά. Χρυσαφένια σκόνη γέμισε τον αέρα και η νεράιδα εμφανίστηκε μπροστά του.
— Έλα, του είπε χαμογελώντας.
— Να βάλω παλτό; ρώτησε ο Κλικ.
— Είσαι από μολύβι. Δεν κρυώνεις.
— Σωστό κι αυτό…
Πριν προλάβει να φοβηθεί, ένιωσε το κλαδί να απομακρύνεται. Το δέντρο μίκραινε, το σπίτι χανόταν και ο Κλικ ένιωσε να παίρνει ύψος — ύψος που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.
Προσγειώθηκαν δίπλα σε ένα ποτάμι που έλαμπε στο φως των φαναριών.
— Αυτό είναι ποτάμι ή τεράστιο φλιτζάνι τσάι; ρώτησε.
— Ποτάμι. Το τσάι το πίνουν, απάντησε η νεράιδα.
Ξαφνικά ακούστηκε ένα δυνατό ΝΤΟΝΝΝ.
— Τι ήταν αυτό;!
— Το Big Ben.
— Ωραία φωνή έχει. Λίγο δυνατός όμως.
Ένα κόκκινο διώροφο λεωφορείο πέρασε μπροστά τους. Ο Κλικ άνοιξε τα μάτια διάπλατα.
— Διώροφο;!
— Ναι.
— Και δεν πέφτει;
— Όχι.
— Τι πολιτισμός…
Στάθηκαν στη Γέφυρα του Westminster. Ο Κλικ ίσιωσε το καπελάκι του και στάθηκε προσοχή.
— Ξέρεις κάτι; είπε σιγά στη νεράιδα. Μια ζωή κρεμόμουν από ένα κλαδί και νόμιζα πως αυτός ήταν όλος ο κόσμος.
— Και τώρα;
— Τώρα θέλω να γράψω ημερολόγιο ταξιδιού.
Γέλασαν και οι δυο.
Λίγο πριν ξημερώσει, η νεράιδα τον άγγιξε απαλά.
— Ώρα να γυρίσουμε.
— Μπορώ να ξανάρθω;
— Κάθε φορά που θα πιστεύεις στη μαγεία.
Ο Κλικ βρέθηκε ξανά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ίδιος απ’ έξω. Άλλος από μέσα.
Αποφάσισε να κρατήσει βαθιά στην καρδιά του αυτή την υπέροχη νυχτερινή βόλτα — σαν μικρό φυλαχτό.
Και κρεμασμένος πάλι στο κλαδί του, άρχισε να σκέφτεται όλα τα όμορφα μέρη που μπορεί να υπάρχουν στον κόσμο: πόλεις με φώτα, χωριά με σιωπή, θάλασσες που μυρίζουν αλάτι και βουνά που ακουμπούν τα σύννεφα.
— Λες να υπάρχουν πόλεις χωρίς ρολόγια;
— Ή μέρη χωρίς δέντρα;
— Ή λεωφορεία χωρίς οροφή; (εκεί λίγο τρόμαξε).
Χαμογέλασε. Γιατί τώρα ήξερε πως ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Το τελευταίο βράδυ του χρόνου, τα φωτάκια άναβαν και έσβηναν αργά, σαν να μετρούσαν αντίστροφα.
Λίγο πριν ακουστεί το πρώτο Καλή Χρονιά, η νεράιδα ψιθύρισε:
— Δεν χρειάζεται να πετάς για να ταξιδεύεις, Κλικ. Αρκεί να ονειρεύεσαι.
Και έτσι μπήκε ο νέος χρόνος.
Με όνειρα έτοιμα, καρδιά ανοιχτή
και ένα μικρό μολυβένιο στρατιωτάκι
που ήξερε πια πως η μαγεία… δεν τελειώνει ποτέ ✨