Εκείνο το βράδυ καθόταν στο παράθυρό της και κοιτούσε τον ουρανό, γεμάτο αστέρια που τρεμόπαιζαν σαν μικρές φλόγες. Θυμήθηκε εκείνα τα Χριστούγεννα που είχε περάσει με τον μπαμπά της — ένα ολόκληρο βράδυ μελετώντας τους αστερισμούς, μιλώντας για μακρινούς κόσμους και φώτα που ταξιδεύουν αιώνες για να φτάσουν σε εμάς. Η φωνή του αντηχούσε ακόμα μέσα της, ζεστή και τρυφερή. Παρόλο που είχε φύγει, δεν είχε χαθεί ποτέ· ζούσε μέσα στην καρδιά της, σαν αστέρι που συνεχίζει να λάμπει.
«Κοριτσάκι μου», φάνηκε να ψιθυρίζει, «εδώ είμαι. Σε σκέφτομαι και εγώ. Ήσουν ήδη αρκετά δυνατή. Ο δρόμος σου είναι ανοιχτός».
Κάθε Χριστούγεννα, ο παππούς Άγιος Βασίλης καθόταν στο ίδιο παράθυρο, κοιτώντας τον ουρανό, ψάχνοντας εκείνο το ένα αστέρι — το αστέρι των Χριστουγέννων. Εκείνη τη νύχτα δεν έκανε ευχή για δώρα ούτε για τον εαυτό του. Έκανε μια ευχή για έναν άνθρωπο που δεν ήταν πια εδώ, για να τον φέρει πίσω, έστω για λίγο.
Οι ευχές που γεννιούνται με αγάπη δεν χάνονται ποτέ. Τα Χριστούγεννα τις ακούνε πρώτα τα αστέρια, κι εκείνο το αστέρι έλαμψε πιο δυνατά. Το φως του άγγιξε απαλά την καρδιά της, και τότε συνέβη το θαύμα: ο άνθρωπος που είχε φύγει γύρισε για λίγο πίσω, όχι με λόγια, αλλά με ανάμνηση, με γέλιο και ζεστασιά, με την αίσθηση πως ποτέ δεν έφυγε στ’ αλήθεια.
Η καρδιά της γέμισε φως. Κατάλαβε πως τα Χριστούγεννα δεν φέρνουν πίσω τους ανθρώπους, αλλά μας θυμίζουν πως ζουν μέσα μας, στις φωνές, τα χαμόγελα και τις αναμνήσεις τους. Και όσο υπάρχει μια ευχή, ένα αστέρι και αγάπη, κανείς δεν χάνεται για πάντα.
Κι έτσι, εκείνο το βράδυ, τα Χριστούγεννα έγιναν ξανά θαύμα.