Η Αλεξάνδρα κατέβαινε βιαστικά τα σκαλιά. Ήθελε να βρεθεί στο μέρος που την ηρεμούσε, εκεί όπου πάντα έβρισκε τη γαλήνη της. Το Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος, με τα σιντριβάνια του και τις αντανακλάσεις του φωτός πάνω στο νερό, ήταν το δικό της καταφύγιο.
Αυτή τη φορά, όμως, ο χώρος έμοιαζε διαφορετικός. Ο ουρανός ήταν σχεδόν σκοτεινός, μόνο ένα αχνό άστρο ξεχώριζε στο βάθος. Όμως, αντί για τη συνηθισμένη ησυχία, υπήρχε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολύχρωμα φώτα αναβόσβηναν, μάσκες και κομφετί γέμιζαν τον αέρα, ενώ η μουσική αντηχούσε ρυθμικά.
Ένα αποκριάτικο πάρτι βρισκόταν σε εξέλιξη.
Και τότε, ανάμεσα στους μασκαρεμένους καλεσμένους, είδε κάτι που της τράβηξε την προσοχή.
Ένα ζευγάρι χόρευε ένα παθιασμένο ταγκό μπροστά από το σιντριβάνι. Οι κινήσεις τους ήταν απόλυτα συγχρονισμένες, γεμάτες ένταση και αρμονία. Η Αλεξάνδρα ένιωσε να την παρασύρουν μαζί τους, σαν η μουσική να την καλούσε.
Και ξαφνικά, ένα χέρι άγγιξε ελαφριά τη μέση της.
Γύρισε απότομα. Μπροστά της στεκόταν ένας άντρας με μαύρο κοστούμι και μια ασημένια αποκριάτικη μάσκα που κάλυπτε το μισό του πρόσωπο.
«Χορεύετε;»
Δεν απάντησε. Απλώς ακολούθησε τα βήματα του άγνωστου άνδρα, ο οποίος της έδινε τον ρυθμό. Το ένα της χέρι βρέθηκε στον ώμο του, το άλλο στην παλάμη του. Τα σώματά τους συγχρονίστηκαν αμέσως, σαν να ήταν γραφτό να χορέψουν μαζί.
Η μάσκα του έκρυβε τα χαρακτηριστικά του, αλλά τα μάτια του –σκοτεινά και διεισδυτικά– είχαν κάτι γνώριμο.
Η Αλεξάνδρα δεν ήξερε ποιος ήταν, αλλά δεν την ένοιαζε. Το μόνο που είχε σημασία ήταν η μουσική, η αίσθηση του κορμιού της να ακολουθεί το δικό του, η ένταση του ρυθμού που τους τύλιγε. Ο κόσμος γύρω τους είχε χαθεί.
Και τότε, λίγο αργότερα, η φωνή του παρουσιαστή αντήχησε στον χώρο:
«Κυρίες και κύριοι, ελάτε όλοι κοντά! Ήρθε η ώρα να ανακοινώσουμε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού!»
Η Αλεξάνδρα πήγε να αποτραβηχτεί, αλλά ο άγνωστος την κράτησε απαλά από το χέρι και την τράβηξε μαζί του προς το κέντρο.
«Έλα», της ψιθύρισε.
Πριν προλάβει να αντιδράσει, η ανακοίνωση ακούστηκε δυνατά:
«Ο νικητής του αποψινού διαγωνισμού χορού είναι… ο Φίλιππος και η μυστηριώδης μασκαρεμένη συνοδός του!»
Η Αλεξάνδρα ένιωσε το βλέμμα όλων πάνω τους. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, όχι από αμηχανία, αλλά από την ένταση της στιγμής.
Ο παρουσιαστής χαμογέλασε. «Φαίνεται πως το ταγκό σας καθήλωσε το κοινό. Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια;»
Η Αλεξάνδρα κοίταξε τον Φίλιππο –τώρα ήξερε το όνομά του– και εκείνος της χαμογέλασε, σαν να της έλεγε άφησέ το να ρέει.
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Μερικές φορές, οι πιο μαγικές στιγμές είναι αυτές που δεν προγραμματίζεις. Απλώς… αφήνεσαι στη μουσική.»
Το πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Ο Φίλιππος έσκυψε προς το μέρος της.
«Λοιπόν, μυστηριώδης συνοδός… Πώς σε λένε;»
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε.
«Χορεύουμε άλλη μια φορά και σου λέω;»
Ο Φίλιππος γέλασε, της έδωσε το χέρι του και την οδήγησε πίσω στην πίστα.
Η μουσική ξεκίνησε ξανά.
Οι μάσκες έκρυβαν τα πρόσωπά τους, αλλά οι κινήσεις τους τα έλεγαν όλα.
Γιατί, μερικές φορές, οι πιο αξέχαστες στιγμές είναι εκείνες που συμβαίνουν πίσω από μια μάσκα, σε μια νύχτα γεμάτη χορό, μουσική… και μυστήριο.