Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, η Χριστίνα ήθελε να πετάξει. Στην αρχή, προσπαθούσε να φτάσει τον πατέρα της όταν την σήκωνε ψηλά. Μετά, ήθελε να φτάσει το ταβάνι. Και όσο μεγάλωνε, ήθελε να φτάσει ακόμα πιο πέρα—εκεί όπου ο χορός δεν ήταν απλώς κίνηση, αλλά ελευθερία.
Όταν έγινε δεκτή στην Εθνική Σχολή Χορού, ήξερε πως είχε κάνει το πρώτο βήμα προς το όνειρό της. Η διαδρομή, όμως, δεν θα ήταν εύκολη. Οι απαιτήσεις ήταν εξοντωτικές, οι πρόβες ατελείωτες, και η πειθαρχία απαραίτητη. Αλλά η Χριστίνα ήταν διατεθειμένη να δώσει τα πάντα.
Τώρα, μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, είχε φτάσει στην πιο κρίσιμη στιγμή της. Η σχολή θα ανέβαζε τη Λίμνη των Κύκνων, και το ντεμπούτο των σπουδαστών θα καθόριζε το μέλλον τους. Η Χριστίνα ήξερε πως αυτή ήταν η μεγάλη της ευκαιρία. Υπήρχε όμως ένα εμπόδιο—η Νάντια.
Η Νάντια ήταν η πιο τεχνικά άρτια χορεύτρια της τάξης. Οι κινήσεις της ήταν άψογες, η ισορροπία της αδιανόητη. Η Χριστίνα είχε κάτι άλλο: ψυχή, πάθος, μια φυσική ικανότητα να παρασύρει το κοινό μαζί της.
Η επιλογή του πρωταγωνιστικού ρόλου βασάνισε την Κλοντέτ, την αυστηρή αλλά δίκαιη δασκάλα τους. Είχε δει τη σπίθα και στα δύο κορίτσια, και η πρεμιέρα πλησίαζε. Χρειαζόταν μια δεύτερη γνώμη.
«Δώσε και στις δύο την ευκαιρία.»
Ο διευθυντής της σχολής, Σπύρος Α είχε απαντήσει αμέσως στην αγωνία της.
«Μία θα χορέψει στην πρώτη πράξη, μία στη δεύτερη. Άσε τη σκηνή να μιλήσει.»
Η απόφαση έφερε ανακούφιση στην Κλοντέτ, αλλά άφησε τις δύο χορεύτριες σε έναν κυκεώνα σκέψεων.
Λίγες ώρες πριν από την παράσταση, στα παρασκήνια, η ένταση ήταν αφόρητη. Η Χριστίνα και η Νάντια είχαν απομονωθεί σε μια γωνία, χαμένες στις σκέψεις τους.
«Αν αποτύχω;» Η φωνή της Χριστίνας ήταν ψίθυρος.
Η Νάντια την κοίταξε και χαμογέλασε αχνά. «Είναι αστείο. Κι εγώ το ίδιο σκέφτομαι.»
Η Χριστίνα ανασήκωσε το φρύδι της. «Εσύ; Μα εσύ είσαι τέλεια!»
«Η τεχνική δεν είναι τα πάντα.» Η Νάντια κοίταξε προς τη σκηνή. «Πρέπει να νιώσεις τον χορό. Να τον κάνεις κομμάτι σου.»
Η Χριστίνα χαμογέλασε. «Αυτό είναι το μόνο που ξέρω να κάνω.»
Η Νάντια της έπιασε το χέρι, για πρώτη φορά όχι σαν ανταγωνίστρια, αλλά σαν σύμμαχος. «Τότε, απόψε, ας τα δώσουμε όλα. Όχι για να νικήσουμε η μία την άλλη… αλλά για να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι γεννηθήκαμε γι’ αυτό.»
Και τότε, τα φώτα χαμήλωσαν.
Το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος έλαμπε, και η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Η ορχήστρα ξεκίνησε, και οι πρώτες νότες του Τσαϊκόφσκι γέμισαν τον χώρο.
Η Χριστίνα έκανε την πρώτη της είσοδο ως Οντέτ. Ήταν σαν να μην υπήρχε βαρύτητα. Τα χέρια της κύματα, ο λαιμός της μακρύς, η ψυχή της σε κάθε κίνηση. Το κοινό κρατούσε την ανάσα του.
Στα παρασκήνια, η Νάντια παρακολουθούσε, με θαυμασμό αλλά και αποφασιστικότητα. Στη δεύτερη πράξη, ήρθε η σειρά της.
Όταν ανέβηκε στη σκηνή, κάθε της κίνηση ήταν άψογη. Δεν υπήρχε ούτε ένα λάθος, ούτε μια αβεβαιότητα. Ήταν η τελειότητα ενσαρκωμένη.
Όταν το τελευταίο μέτρο της μουσικής αντήχησε στην αίθουσα, το κοινό σηκώθηκε όρθιο. Τα χειροκροτήματα αντήχησαν σαν καταιγίδα.
Στα παρασκήνια, η Κλοντέτ και ο Σπύρος αντάλλαξαν ένα βλέμμα.
«Λοιπόν;» ρώτησε εκείνη.
Ο Σπύρος χαμογέλασε. «Δεν υπάρχει σωστή απάντηση, Κλοντέτ. Και οι δύο κέρδισαν απόψε.»
Η Κλοντέτ κοίταξε τις δύο κοπέλες που αγκαλιάζονταν, τα μάτια τους γεμάτα χαρά και εξάντληση.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό δίλημμα να μην είχε σημασία.
Γιατί εκείνο το βράδυ, και οι δύο κατάφεραν να πετάξουν.