είδωλο στον καθρέφτη δεν έλεγε ψέματα. Τα χρόνια είχαν περάσει, αλλά η ψυχή της παρέμενε νέα, πολύ νέα. Τα μάτια της, γεμάτα εμπειρίες, κοιτούσαν το κοριτσάκι που είχε κάποτε ζωγραφίσει τον δικό της κόσμο. Θυμόταν τις μέρες που βουτούσε τα πινέλα στα χρώματα και ανακάτευε με ενθουσιασμό τις αποχρώσεις για να δημιουργήσει εικόνες όπου όλα ήταν εύκολα, πιο απλά, πιο χαρούμενα. Ένα χρωματιστό σύμπαν χωρίς σκοτεινά σύννεφα και μελλοντικές αναποδιές.
Και ξαφνικά, το κοριτσάκι έγινε γυναίκα. Η αθωότητά της μεταμορφώθηκε τη στιγμή που τον γνώρισε. Ήταν ένας άντρας με πάθος, γεμάτος ζωή και ένταση. Την κέρδισε με την εσωτερική του δύναμη, με τον τρόπο που της έδειξε πώς να δει τη ζωή και τη ζωγραφική από μια διαφορετική οπτική. Η κάθε μέρα μαζί του ήταν ένα ταξίδι σε άγνωστα μονοπάτια της αγάπης και του έρωτα. Ήταν σαν να την εισήγαγε σε έναν νέο κόσμο γεμάτο μυστικά και βαθιές αλήθειες.
Της έδειξε ότι η ζωγραφική δεν ήταν μόνο χρώματα και σχήματα. «Η τέχνη», της είπε μια φορά, «είναι ο τρόπος που η καρδιά σου μιλάει στον κόσμο. Δεν αρκεί να δεις, πρέπει να νιώσεις». Η κάθε πινελιά της έπαιρνε νέα σημασία, κάθε σκιά έκρυβε συναισθήματα που πριν δεν μπορούσε να εκφράσει.
Η σχέση τους την έκανε να ανθίσει, όχι μόνο σαν καλλιτέχνης αλλά και σαν γυναίκα. Ένιωσε για πρώτη φορά τη μαγεία του έρωτα, τον ανεξερεύνητο κόσμο που ανοίγεται όταν δύο άνθρωποι ενώνουν τις ζωές τους. Ήταν μαζί σε όλα, ζούσαν τον έρωτα με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, και η ευτυχία τους φαινόταν ατέλειωτη.
Ώσπου ξαφνικά εκείνος έφυγε. Ένα πρωί, απλά δεν ήταν πια εκεί. Χάθηκε χωρίς καμία εξήγηση, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο κενό. Στην αρχή, ήταν μόνο ένα μεγάλο «γιατί». Γιατί έφυγε; Γιατί την εγκατέλειψε τόσο ξαφνικά, όταν όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα; Οι μέρες περνούσαν, και η ερώτηση την βασάνιζε χωρίς απάντηση.
Με τον καιρό, το «γιατί» έγινε «τι κάνω τώρα;». Η ζωή της έμοιαζε σαν να είχε σταματήσει. Δεν μπορούσε να βρει τη δύναμη να συνεχίσει, η δημιουργικότητά της φάνηκε να χάνεται. Κάθε καμβάς ήταν άδειος, όπως και η καρδιά της. Μέχρι που η ζωή της έδωσε ένα νέο νόημα – το παιδί τους. Ένα κομμάτι από εκείνον είχε μείνει πίσω, κάτι που δεν θα μπορούσε να χαθεί. Ήταν το δικό τους παιδί, το δικό του κομμάτι που ζούσε μέσα της.
Ο χρόνος κύλησε, και ο γιος της μεγάλωσε, κουβαλώντας κομμάτια από τον πατέρα του σε κάθε του κίνηση. Εκείνη συνέχισε να ζει, προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανή την καρδιά και την ψυχή της. Ο γιος της έγινε το φως που την καθοδηγούσε, η δύναμη που της έδινε λόγο να παλεύει, να συνεχίζει.
Αλλά εκείνο το βράδυ, όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, ένιωσε να ξυπνούν μέσα της παλιά συναισθήματα. Πώς θα ήταν η ζωή της αν εκείνος δεν είχε φύγει; Αν είχαν μείνει μαζί, θα ζούσαν για πάντα ευτυχισμένοι; Ή μήπως η μαγεία του έρωτα θα είχε σβήσει; Σκεφτόταν αν ο έρωτας θα είχε ξεθωριάσει μέσα στη ρουτίνα και την καθημερινότητα, αν το πάθος που ένιωθαν τότε θα είχε μετατραπεί σε κάτι πιο συνηθισμένο, πιο τετριμμένο.
Οι γραμμές στο πρόσωπό της μαρτυρούσαν τα χρόνια της ευτυχίας αλλά και της μοναξιάς. Το σώμα της δεν ήταν πια σφριγηλό, δεν είχε την ενέργεια και τη ζωντάνια που κάποτε τη χαρακτήριζε. Όμως η ψυχή της παρέμενε ίδια – γεμάτη αγάπη, γεμάτη συναισθήματα που δεν είχαν σβήσει με τον χρόνο.
Και τότε, για πρώτη φορά, ένιωσε μια επιθυμία να τον ακολουθήσει. Ήθελε να πάει να τον συναντήσει, να την πάρει κοντά του. Η νοσταλγία γέμισε την καρδιά της, αλλά δεν ήταν θλίψη. Ήταν μια γλυκιά επιθυμία, ένα ήρεμο κάλεσμα, σαν μια πόρτα που είχε ανοίξει μπροστά της.
Εκείνη τη νύχτα, εκείνος ήρθε στον ύπνο της. Φορούσε το αγαπημένο του κοστούμι, το ίδιο χαμόγελο που της είχε κλέψει την καρδιά. Εκείνη φορούσε ένα εξώπλατο ροζ φόρεμα, όπως τότε. Την πήρε από το χέρι και χόρεψαν, χωρίς να χρειάζεται μουσική. Δεν είχαν ποτέ ένα αγαπημένο τραγούδι, αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Χόρευαν γιατί ήταν μαζί, γιατί ξαναβρέθηκαν.
Και όταν της έδωσε ένα φιλί, ξύπνησε. Η φωνή του και το άγγιγμά του παρέμεναν ζωντανά στη μνήμη της. Ήταν σαν να την είχε αποχαιρετήσει, αλλά και σαν να της είχε δώσει μια υπόσχεση.
«Ζήσε», της είχε πει. «Θα τα πούμε όταν πρέπει.»
Με αυτά τα λόγια, ήξερε ότι η ζωή της δεν είχε τελειώσει. Ο χρόνος τους θα ερχόταν, αλλά μέχρι τότε, εκείνη έπρεπε να ζήσει. Να συνεχίσει να δημιουργεί, να χαίρεται τη ζωή, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη του και την αγάπη τους. Και έτσι, με το μυαλό της γεμάτο από τη νύχτα εκείνη, αποφάσισε να συνεχίσει, γνωρίζοντας ότι κάποια μέρα θα συναντηθούν ξαν