Ένας σχολικός ερωτας

Written by

in

Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη! Της άρεσε πολύ η εικόνα της. Είχε καταφέρει να αλλάξει την εικόνα του ασχημόπαπου. Τα τεράστια γυαλιά που φορούσε την έκαναν να δείχνει πολύ μεγαλύτερη από την παιδική της ηλικία, αλλά και τα παραπανίσια κιλά την είχαν κάνει εύκολο στόχο στα υπόλοιπα παιδιά του σχολείου. Θυμόταν την ημέρα που αγόρασε το κουλούρι μαζί με ένα χυμό από το κυλικείο και κρύφτηκε πίσω από τις τουαλέτες για να φάει με την ησυχία της! Μόλις κατέβασε την πρώτη μπουκιά, άκουσε μια φωνή από πίσω της να την διαπερνάει!

«Πάλι τρως; Πριν από λίγο καταβρόχθισες τα πατατάκια! Χοντρή, μόνο το φαΐ σκέφτεσαι!»

Αυτό το «χοντρή» πόσο την πλήγωνε, την έκανε να νιώθει άσχημη! Σχεδόν είχε αποδεχτεί την εικόνα της χοντρής και άσχημης. Ήταν το εύκολο θέμα συζήτησης για πείραγμα και κοροϊδία! Είχε κλειστεί στον εαυτό της και δεν μίλαγε σε κανέναν. Ένιωθε πολύ μόνη, δεν είχε μια φίλη να μοιραστεί τον πόνο ή τη χαρά της. Οι γονείς της στην αρχή δεν είχαν υποψιαστεί κάτι, καθώς ήταν καινούργιοι στην περιοχή. Ο καιρός όμως περνούσε και το κορίτσι συνέχιζε να είναι μόνο του. Δεν είχαν γνωρίσει κανένα φίλο ή φίλη από το σχολείο. Αποφάσισαν να μιλήσουν στο κορίτσι τους, αλλά άκρη δεν βρήκαν. Ήταν κλειστή σαν στρείδι.

Ύστερα από λίγο καιρό, καθόταν στα σκαλιά του σχολείου. Δεν είχε επικεντρώσει κάπου το βλέμμα της, όταν πρόσεξε κάποιον που δεν είχε ξαναδεί να την πλησιάζει!

«Καλησπέρα, χρειάζομαι μερικές πληροφορίες για το σχολείο. Πρόκειται να μετακομίσω στην περιοχή και ήθελα να δω κάποια πράγματα. Είμαι ο Κώστας.»

«Κι εγώ η Ελένη.»

Χωρίς να το καταλάβει η Ελένη, ύστερα από πολύ καιρό, είχε βρει κάποιον που μπορούσε να μιλάει και σιγά-σιγά άρχισε να ανοίγεται! Εκείνος ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι που για πρώτη φορά συναντούσε κάποια με τόσο όμορφη ψυχή και όχι τόσο εξωτερική ομορφιά. Η σχέση της Ελένης και του Κώστα άρχισε να ενοχλεί τους υπόλοιπους συμμαθητές, καθώς ο Κώστας δεν επιδίωκε τόσο την παρέα των άλλων, αλλά τη συντροφιά της Ελένης, με την οποία είχαν κοινά ενδιαφέροντα και το διασκέδαζαν.

Η μεγάλη αλλαγή της Ελένης άρχισε να αποτυπώνεται σιγά-σιγά στην εμφάνισή της. Αποφάσισε να επισκεφτεί τον οφθαλμίατρο και να βάλει φακούς επαφής, αποχωριζόμενη τα «ματομπούκαλα» που την κορόιδευαν όταν τα φορούσε! Επίσης, ζήτησε από τη μητέρα της να δει έναν διαιτολόγο, ώστε να προσαρμόσει το πρόγραμμα της διατροφής της. Ο Κώστας από την άλλη ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε την αλλαγή και ήταν δίπλα της για να την ενθαρρύνει. Έτσι, η χρονιά κύλησε πολύ γλυκά και η Ελένη άρχισε να νιώθει ότι η ζωή έχει και όμορφες πλευρές. Άρχισε σιγά-σιγά να κάνει φίλους και να νιώθει όμορφα.

Την επόμενη χρονιά όμως, ο Κώστας έπρεπε να αλλάξει πόλη, γιατί οι γονείς του ήταν στρατιωτικοί και έπρεπε να φύγουν στο εξωτερικό. Σιωπή επικράτησε όταν της το ανακοίνωσε. Πάνω που βρήκε τη χαρά και την όρεξη για ζωή, ξαφνικά εκείνος που την βοήθησε και την στήριξε έπρεπε να μείνει στην Αμερική για τα επόμενα δύο χρόνια! Το βράδυ πριν το ταξίδι, αποφάσισε να την αποχαιρετήσει όπως ακριβώς όταν τη γνώρισε, μόνη της. Μόνο που αυτή τη φορά της έδωσε και ένα γλυκό φιλί. Ένα φιλί που τα είχε όλα: γλύκα, πόθο, επιθυμία και στο τέλος αποχαιρετισμό! Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, ήταν και η πρώτη της φορά!

«Μην με ξεχάσεις,» του είπε.

«Και να το θέλω δεν μπορώ,» της απάντησε.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να πετάει. Το πιο όμορφο αγόρι του σχολείου ήταν δικό της, αλλά από την άλλη θα έπρεπε να τον αποχωριστεί χωρίς εναλλακτική. Την επόμενη χρονιά συγκεντρώθηκε στις σχολικές της υποχρεώσεις και στον ελεύθερο χρόνο της προσπαθούσε να επικοινωνεί μαζί του, και το ίδιο έκανε και εκείνος από τη μεριά του! Όμως, όπως και να το κάνεις, ήταν πολύ δύσκολο να κρατηθεί κάτι που το χώριζε ένας ολόκληρος ωκεανός. Χάθηκαν και που και που αντάλλασσαν τυπικά κάποια μηνύματα στο κινητό.

Όταν τελείωσε το τελευταίο σχολικό έτος, αποφασίστηκε να διοργανωθεί ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι που θα ήταν καλεσμένα όλα τα παιδιά που τελείωσαν μαζί το σχολείο. Σκέφτηκε να του προτείνει να έρθει, πράγμα που έκανε, αλλά δεν πήρε απάντηση! Η βραδιά του πάρτι ήρθε και όλοι ήταν πολύ χαρούμενοι! Είχαν γίνει όλοι μαζί μια μεγάλη παρέα, αφήνοντας πίσω τις σκιές από το παρελθόν. Η Ελένη έλαμπε εκείνο το βράδυ και είχε το βλέμμα της στην πόρτα. Η ώρα περνούσε, είχαν έρθει όλοι εκτός από εκείνον! Ένα δάκρυ κύλησε, προσπάθησε όμως να το κρύψει. Εκείνη την ώρα ένιωσε κάποιον να της τραβάει το χέρι. Γύρισε και τον είδε μπροστά της. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μια στιγμή.

«Νομίζω ότι ήρθα την ώρα που αρχίζει ο χορός. Έλα, πάμε.»

Τον ακολούθησε χωρίς αντίρρηση!

«Ήρθες τελικά!»

«Στο είπα, δεν μπορώ μακριά σου και δεν σκοπεύω να ξαναφύγω, τουλάχιστον μόνος μου. Θα σπουδάσω εδώ για να είμαστε μαζί και μετά όπου μας βγάλει. Τι λες;»

Η Ελένη δεν απάντησε, έσκυψε και τον φίλησε. Εκείνος ανταπέδωσε το φιλί της! Ήταν η αρχή μιας πολύ όμορφης ζωής που ακολούθησε, και τώρα που ετοιμαζόταν για να πάει μαζί του ύστερα από 10 χρόνια στο πάρτι των παλιών συμμαθητών, ήταν πραγματικά ευτυχισμένη.