Είχε φτάσει στο χωριο της μετά από τρισήμιση ωρες δρόμο και μια μικρή στάση στους Δελφους είχε φτάσει στο Μαλανδρινο.
Ηταν τόσο χαρουμενη η Τζο όταν διάβασε τη ταμπέλα που εδειχνε το δρόμο. Μια αίσθηση ανακούφισης βγήκε από μέσα της. Οι σπουδές της στο εξωτερικό δεν είχαν επιτρέψει να έρθει στο χωριο της τα τελευταία δυο καλοκαίρια.
Παρκαρε το αμάξι έξω από το σπίτι. Δεν ήταν κανείς εκεί να την υποδεχθεί όπως παλιά! Οι γονείς της παλαιότερα έφευγαν νωρίτερα από την Αθηνα και τους έβρισκε πάντα εκει τώρα έσπρωξε μόνη τη πόρτα και μπήκε μέσα ! Τα πραγματα ήταν όλα στη θέση τους σαν να μην είχε περάσει μια μέρα, μόνο η μυρωδιά της μούχλας πρόδιδε ότι είχε περάσει τόσος καιρός.
Ανοιξε το παράθυρο και ο ήλιος αγκάλιασε το δωμάτιο. Επρεπε να γίνουν πολλα και γρηγορα σκεφτηκε. Αφού άνοιξε τα πραγματα της σκεφτηκε περιμένοντας τους φίλους της που θα έρχονταν σε λίγες ωρες να κάνει μια βόλτα στο χωριο.
Το Μαλανδρινο ήταν πάντα η κατάληξη των καλοκαιρινών διακοπών του Αυγούστου όπου και αν πήγαιναν πάντα κατέληγαν εκεί με τις αντίστοιχες παρέες. Οι γονείς με τους γονείς και οι υπόλοιποι ανά ηλικίες περνούσαν το βράδυ τους στο μικρό μπαράκι του χωριού κάτω από τα αστέρια μέχρι το πρωί!
Αλλα βραδιά πάλι η Τζο έμενε στο σπίτι με την οικογενεια της και έτρωγαν στην αυλή και μετά κουβέντιαζαν ωρες ατέλειωτες. Ανεπηρεαστοι από τα φωτα της πόλης και τη φασαρία και με μοναδικό φως αυτό των αστεριών κουβέντιαζαν για τα πάντα. Αυτες τις κουβέντες τις είχε κρατήσει βαθιά μέσα στην καρδιά της και το μυαλό της και σε αυτές ανέτρεχε κάθε φορά που έψαχνε την απάντηση σε ότι θέμα την απασχολούσε.
Ειχε βραδιάσει όταν τηλεφώνησε η παρεα από την Αθηνα ότι θα καθυστερούσε κατά μια μέρα την άφιξη της. Δεν πειράζει σκεφτηκε θα θυμηθούμε τα παλιά. Ο καιρός ήταν γλυκός δεν έκανε καθόλου κρύο το φως των αστεριών ήταν μαγικό. Εκατσε στο τραπέζι της αυλης. Δυο καρέκλες μια δεξιά και αριστερά. Εβαλε να πιει ένα ποτό όταν άκουσε μια φωνή να της μιλάει.
– Μονη σου θα πιεις,δε σου έχω μάθει ότι το ποτό θέλει παρεα;
Η Τζο στη αρχη φοβήθηκε, η φωνή ήταν γνωστή αλλά από που ερχόταν;
– Μπαμπά;φώναξε!
– Γεια σου κοριτσακι !
– Μα πως είναι δυνατό;Δεν γίνεται!
– Εγω πάντα εδώ είμαι! Εσυ έχεις πολύ καιρό να μας έρθεις!
– Αληθεια είναι, συγγνώμη!
– Μην ζητάς συγγνώμη κορη μου, εγω σε βλέπω από μακρια και σε καμαρώνω!
– Αχ μπαμπά μου ποσό μου λείπετε με τη Μαμα. Η αρρώστια σε πήρε πολύ γρηγορα από κοντά μας και η Μαμα δεν το άντεξε το πάλεψε πολύ αλλά δεν τα κατάφερε.
– Αγαπημένο μου παιδί όλα αυτά τα χρόνια προσπάθησα να σε μαθω ότι χρειάζεται για να βρίσκεις πάντα μια λύση στα προβλήματα σου. Οτι και αν σου συμβαίνει ξέρεις πολύ καλά ότι μπορείς να το αντιμετωπίσεις γιατί έχουμε συζητήσει μαζί τα πάντα! Δε με χρειάζεσαι πλέον.
Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της! Της είχε στοιχίσει αυτή η απώλεια μετά το παππού, ήταν η μεγαλύτερη απώλεια στη ζωή της. Ειχε όμως καταφέρει να σταθεί στα πόδια της και να προχωρήσει! Τους αγαπημένους μας τους κρατάμε ζωντανούς στο μυαλό και στην καρδιά δεν φεύγουν ποτέ!! Εκεινη την ώρα ένιωσε κάποιον να την σπρώχνει!
– Τι έγινε αδερφούλα; Φαίνεται σε πήρε ο ύπνος!
Ηταν ο αδερφός της ο οποίος κατάφερε να έρθει λίγο νωρίτερα. Η Τζο ένιωσε το δάκρυ να κυλάει ακόμα στα μάτια της! Ηταν όμως δάκρυ χαράς γιατί είχε συναντήσει το αγαπημένο της μπαμπά! Αφηγηθηκε το ονειρο στον αδερφό της και έκατσαν μαζί όπως παλιά και συνέχισαν να λένε όπως παλιά ιστορίες κάτω από τα αστέρια!!