Η Βυσιναδα της γιαγιας

Written by

in

Πρόλογος

Υπάρχουν γεύσεις που δεν ξεθωριάζουν ποτέ. Περνούν τα χρόνια, αλλά ένα άρωμα, μια γουλιά, μια εικόνα αρκούν για να σε ταξιδέψουν πίσω — σε εκείνα τα καλοκαίρια που ο χρόνος κυλούσε αργά και όλα έμοιαζαν απλά. Για μένα, αυτή η γεύση είναι η βυσσινάδα της γιαγιάς· η δροσιά ενός παιδικού απογεύματος, το χαμόγελο μιας γυναίκας που ήξερε να χωρά την αγάπη της μέσα σ’ ένα γυάλινο βάζο.

Κάθε καλοκαίρι, όταν ο ήλιος ζέσταινε καλά την αυλή, η γιαγιά έβγαζε το μεγάλο γυάλινο βάζο στο παράθυρο. Μέσα του έλαμπαν τα βύσσινα, βουτηγμένα στη ζάχαρη, σαν μικροί πολύτιμοι λίθοι που έλιωναν σιγά-σιγά στο φως. Η μυρωδιά τους πλημμύριζε το σπίτι — γλυκιά, δροσερή, με μια υπόσχεση παιδικής ανεμελιάς.

Όταν ερχόταν η ώρα, έβαζε ένα ποτήρι με πάγο και λίγη από εκείνη τη βυσσινάδα, κόκκινη σαν αγάπη και σαν μνήμη. «Πιες, να δροσιστείς», έλεγε, κι εγώ ήξερα πως δεν υπήρχε τίποτα πιο αληθινό από τη γεύση της αγάπης μέσα σ’ ένα ποτήρι βυσσινάδα.

Η γιαγιά δεν χρειαζόταν συνταγή. Έφτιαχνε τη βυσσινάδα όπως έκανε τα πάντα — με το ένστικτο της αγάπης. Μετρούσε τις χούφτες, όχι τα γραμμάρια. Έβαζε λίγη παραπάνω ζάχαρη «για τα παιδιά» και ανακάτευε αργά, με το κουτάλι να χτυπά απαλά στα τοιχώματα του βάζου. Τις μέρες που ο ήλιος ήταν δυνατός, έβγαινε και το γύριζε λίγο να «μαρτυρήσουν» τα βύσσινα, όπως έλεγε. Κι εγώ, καθισμένος στο πεζούλι, περίμενα το πρώτο ποτήρι.

Όταν τελείωνε, η κουζίνα μύριζε καλοκαίρι. Το τραπέζι γυάλιζε από τις σταγόνες του σιροπιού και η γιαγιά χαμογελούσε ικανοποιημένη. Δεν ήξερε τότε πως εκείνη η απλή βυσσινάδα θα γινόταν χρόνια μετά ένα κομμάτι του δικού μου καλοκαιριού — μια μνήμη που δε σβήνει, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές.

Νοσταλγώ αυτές τις στιγμές, γιατί σαν παιδί κι εγώ ξεγλιστρούσα από την πόρτα της πίσω αυλής και έμπαινα στην κουζίνα της γιαγιάς. Κάτω από τον νεροχύτη, καλά κρυμμένα, βρίσκονταν τα βάζα με το «μαγικό» γλυκό. Έβγαζα με προσοχή το βάζο, το κρατούσα σχεδόν σαν θησαυρό και, χωρίς υπομονή να βάλω πιατάκι, έχωνα το κουτάλι μέσα. Δύο γεμάτες κουταλιές… κι ο κόσμος όλος γλύκαινε. Μετά, γρήγορα-γρήγορα, έβαζα το βάζο πάλι στη θέση του, ελπίζοντας να μη με πάρει είδηση.

Μια φορά όμως στάθηκα άτυχος. Η γιαγιά μπήκε στην κουζίνα τη στιγμή που ακόμη είχα το στόμα μου γεμάτο βύσσινο. Τα μάτια της γυάλισαν, όχι από θυμό, αλλά από εκείνο το βλέμμα που μόνο οι γιαγιάδες έχουν — το βλέμμα που ξέρει.

«Είναι καλό, παιδί μου;» με ρώτησε χαμογελώντας.

«Συγγνώμη, γιαγιά…» ψέλλισα με κόκκινα χείλη και καρδιά που χτυπούσε δυνατά.

Κι εκείνη απλώς γέλασε. «Άμα είναι καλό, να τρως. Να μη φοβάσαι τη γλύκα.»

Από τότε, κάθε φορά που φτιάχνω ή πίνω βυσσινάδα, νιώθω πως εκείνη είναι κάπου κοντά. Να ανακατεύει αργά το κουτάλι μέσα στο βάζο και να μου χαμογελά — όπως τότε, στην κουζίνα της, ένα καλοκαίρι που δεν τελείωσε ποτέ.

Κι έτσι, με κάθε γουλιά, επιστρέφω για λίγο εκεί: στο φως του μεσημεριού, στη μυρωδιά της ζάχαρης και της αγάπης, στη βυσσινάδα της γιαγιάς που είχε μέσα της όλη τη γλύκα του κόσμου.