Το μεταξωτό κόκκινο φορεμα

Written by

in

Το πάρτι της αποφοίτησης ήταν σε λίγες μέρες. Το νέο κυριαρχούσε σε όλες τις συζητήσεις φίλων και συμμαθητών. Ωστόσο, για την Υβόννη τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ευχάριστα. Σκεφτόταν ότι όλοι θα την σχολίαζαν και θα τη συζητούσαν, καθώς η ίδια δεν είχε τα χρήματα να αγοράσει αυτά που συνήθιζαν και μπορούσαν οι συμμαθητές της.

Ήταν μόνη στο δωμάτιό της όταν μπήκε η μητέρα της και της έπιασε την κουβέντα.

«Υβοννάκι, τι συμβαίνει; Κανονικά έπρεπε να είσαι χαρούμενη, τελειώνεις την Τρίτη Γυμνασίου. Πήγες στις εξετάσεις του σχολείου πολύ καλά, οι διακοπές είναι μπροστά. Γιατί είσαι έτσι;»

«Μαμά, δεν καταλαβαίνεις. Εγώ δεν μπορώ να πάρω ό,τιαγοράζουν τα άλλα παιδιά. Ούτε ρούχα και παπούτσια όπως όλοι οι υπόλοιποι. Δεν έχω τίποτε αξιόλογο να φορέσω στο πάρτι. Δεν θα με κάνει κανείς παρέα.»

«Έλα, κάτσε να μιλήσουμε, να πούμε κάποια πράγματα. Θα σου πω μια ιστορία που μου είχε πει η γιαγιά μου.»

«Παραμύθια θα μου πεις ρε μαμά; Δεν έχω όρεξη.»

«Κάτσε μόνο δέκα λεπτά και θα αλλάξεις γνώμη.»

Σε ένα μέρος μακρινό, ο βασιλιάς της χώρας διοργάνωνε τον ετήσιο χορό. Καλεσμένοι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου! Ήταν γεγονός για όλους, αλλά κυρίως για τις κυρίες, οι οποίες κάθε χρόνο έβρισκαν την ευκαιρία να αναδείξουν τα φορέματά τους! Τη βραδιά του χορού ήταν όλοι εκεί, ντυμένοι με τα αστραφτερά τους ρούχα και τα ακριβά τους χαμόγελα.

Ξαφνικά, όταν βγήκαν έξω στον κήπο και χαίρονταν τη βραδιά, μια ξαφνική νεροποντή κατέστρεψε τα πάντα! Ρούχα λερώθηκαν, τα παπούτσια γέμισαν λάσπες, τα πλούσια φαγητά πετάχτηκαν και όλοι αναγκάστηκαν να φύγουν γρήγορα. Δεν πρόλαβαν να πάνε μέσα για να γλυτώσουν. Το πάρτι σταμάτησε και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους. Κανείς δεν διασκέδασε, κανείς δεν χόρεψε. Όλοι έφυγαν γιατί είχαν πάει μόνο για να τους δουν και να τους θαυμάσουν, και όχι για να περάσουν απλά καλά.

«Άρα, που θέλω να καταλήξω. Ένα ακριβό ρούχο δεν σε κάνει αγαπητή και μέλος της παρέας. Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας είναι αυτά που μένουν. Και εσύ, γλυκιά μου, έχεις και από τα δύο. Για αυτό, σταμάτα να στεναχωριέσαι, όλα τα άλλα φτιάχνουν!»

«Εντάξει μαμά, αλλά εγώ κάτι πρέπει να φορέσω.»

«Εντάξει, τότε θα σε βοηθήσω με κάτι δικό μου.»

Ύστερα από λίγο, γύρισε κρατώντας ένα κόκκινο μεταξωτό φόρεμα.

«Αυτό το φόρεμα φόρεσα το βράδυ που γνώρισα τον πατέρα σου. Ελπίζω να φέρει και την αντίστοιχη τύχη και σε εσένα.»

Στην αρχή δεν ήθελε καν να το βάλει, σιγά-σιγά όμως άρχισε να συμφιλιώνεται με την ιδέα ότι το φόρεμα είχε τη δική του ιστορία και τώρα είχε έρθει η σειρά της να την συνεχίσει.

Τη βραδιά του πάρτι έλαμπε. Η μαμά της είχε συγκινηθεί, νόμιζε ότι ήταν εκείνη κάποιες στιγμές. Όταν μπήκε στην αίθουσα του πάρτι, αμέσως τράβηξε τα βλέμματα πάνω της. Όλα τα παιδιά έγιναν μια παρέα και γέμισαν χαρούμενες και όμορφες αναμνήσεις.

Όσο για την Υβόννη, κατάλαβε ότι η ζωή είναι στιγμές και πρέπει να τις απολαμβάνουμε και να μην κλεινόμαστε στον εαυτό μας, αλλά να βγαίνουμε μπροστά και να τις ζούμε.