Η μέρα δεν τελείωνε με τίποτα στη δουλειά. Είχε κρυφοκοιτάξει πολλές φορές το ρολόι του, ωστόσο αυτό φαινόταν κολλημένο στις 12:00 το μεσημέρι! Ήθελε να πατήσει ένα κουμπί και να βρεθεί με την παρέα του στην παραλία για τις βουτιές που σχεδίαζαν εδώ και μια εβδομάδα. Το ραντεβού των τριών φίλων ήταν για το αγαπημένο Καβούρι και ήταν πραγματικά μια μοναδική ευκαιρία που μπορούσαν όλοι να μαζευτούν εκείνη την ημέρα, καθώς δεν υπήρχαν άλλες υποχρεώσεις.
Η ζέστη ήταν αφόρητη. Ο Λουκάς μπήκε γρήγορα στο αμάξι και πάτησε το κουμπί για να ανοίξει το aircondition. Έκλεισε τα μάτια του περιμένοντας να ανοίξει. Κάτι δεν πήγαινε καλά! Αυτό έβγαζε ζέστη. «Πώς είναι δυνατόν, τώρα έκανα το service!» Τελικά κατάλαβε ότι δεν είχε ανοίξει το αυτοκίνητο. Μόλις εκείνο πήρε μπρος, ο Λουκάς ξαναβρήκε το χρώμα του. «Ωραία ξεκινάμε!» Το θερμόμετρο έδειχνε 40 βαθμούς Κελσίου. Προσπάθησε να το βγάλει από το μυαλό του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο γεγονός ότι θα έβλεπε τους φίλους του.
Οι τρεις κολλητοί, ο Λουκάς, ο Ανδρέας και ο Γρηγόρης, μαζί σε όλα, και τώρα για να πάνε για μπάνιο, έπρεπε να ξεκινήσουν από τα τρία διαφορετικά σημεία του ορίζοντα και να καταλήξουν εκεί που ξόδευαν τα καλοκαίρια τους σαν παιδιά. Ήταν δεν ήταν 15 χρονών όταν αποφάσισαν ότι θα πήγαιναν μαζί οι τρεις τους για το πρώτο τους μπάνιο χωρίς γονείς. Δεν οδηγούσε κανείς, έτσι πήραν το λεωφορείο για τη Γλυφάδα και από εκεί το επόμενο για το Καβούρι. Είχαν πάρει μαζί τους τα πάντα για να περάσουν τη μέρα τους στην παραλία: ρακέτες, μπαλάκια, κολατσιό. Όμορφα χρόνια, ξέγνοιαστα! Έμεναν στην παραλία μέχρι να πέσει ο ήλιος και με το τελευταίο λεωφορείο επέστρεφαν σπίτι.
Τα χρόνια πέρασαν και οι ζωές όλων άλλαξαν. Τα τρία αγόρια έγιναν άντρες και δυστυχώς οι υποχρεώσεις είχαν αλλάξει τις καταστάσεις και όλα έπρεπε να γίνονται με πρόγραμμα. Δεν έπρεπε λοιπόν να χαθεί αυτή η χρυσή ευκαιρία. Τα κορναρίσματα έβγαλαν τον Λουκά από τις σκέψεις του. Ένα ατύχημα είχε δημιουργήσει ουρές ατέλειωτες και όλα τα αυτοκίνητα είχαν κοκαλώσει. Ο Λουκάς σκέφτηκε να τους πάρει στο τηλέφωνο για να δει που βρίσκονταν και οι άλλοι και να τους πει ότι καθυστερεί. Ο Γρηγόρης με τον Ανδρέα είχαν καθυστερήσει και εκείνοι να φύγουν, με αποτέλεσμα να έχουν κολλήσει σε άλλα σημεία.
Καμιά ώρα αργότερα, ο Λουκάς έφτασε στην παραλία. Ο ήλιος έκαιγε τόσο πολύ που με δυσκολία έβλεπε, δεν υπήρχε πουθενά μέρος, ο ένας ήταν επάνω στον άλλο. Άφησε τα πράγματά του σε δυο καθίσματα στριμωγμένα στο καφέ της παραλίας. Η ζέστη ήταν αφόρητη, αποφάσισε να κάνει μια βουτιά για να δροσιστεί! Έκανε μια βουτιά. Αυτή η βουτιά θα πληρωνόταν με χρυσάφι! Ένιωσε εκείνα τα 20 λεπτά μέσα στο νερό ότι είχε απαλλαγεί από όλες του τις έννοιες.
Βγαίνοντας έξω, ένιωσε ένα τσίμπημα στο πόδι του, μια τσούχτρα του είχε αφήσει ένα ωραιότατο σημάδι στο πόδι. Ευτυχώς είχε το τζελ στη τσάντα του! Οι φίλοι του καθυστερούσαν, σκέφτηκε να παραγγείλει έναν καφέ. Τουλάχιστον έναν καφέ θα προλάβαιναν να τον πιουν. Τόση ταλαιπωρία άξιζε τουλάχιστον έναν καφέ! Ήρθε ο καφές. Έκανε τη κίνηση να ανάψει ένα τσιγάρο. Σταμάτησε αμέσως, θυμήθηκε ότι το είχε κόψει.
Εκείνη η αναμονή τον σκότωνε, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ούτε σήμερα δεν θα έβλεπε τους κολλητούς του. Σκέφτηκε εκείνο το βράδυ που είχαν πάει να δουν τον Σπάρτακο στο σινεμά και γύρισε στο σπίτι ύστερα από 5 ώρες, γιατί το έργο ήταν πολύ μεγάλο και είχε φέρει τους φίλους του στο σπίτι για να πουν την αλήθεια στη μάνα του, γιατί δεν θα τον πίστευε κανένας. Στο τσακ την είχε γλυτώσει τη σφαλιάρα από τη μάνα του. Εκείνη την ώρα βούρκωσε και γέλασε ταυτόχρονα!
Το τηλέφωνο χτύπησε πάνω στο τραπέζι. «Αυτοί είναι, επιτέλους ήρθαν.» Τελικά ήταν η μικρή του η κόρη, η Μαριγώ, που τον έψαχνε για να παίξουν. Της απάντησε ότι θα ερχόταν το συντομότερο δυνατό. Η ώρα είχε περάσει πολύ. «Τελικά δεν θα έρθουν», σκέφτηκε. «Δεν ήταν τυχερό μας», σκέφτηκε. Έκανε να μαζέψει τα πράγματά του όταν μια φωνή τον έκανε να γυρίσει.
«Καλά κρυμμένος ήσουν; Μια ώρα κάνουμε βόλτες και το τηλέφωνο σου δείχνει κλειστό.»
«Γρηγόρη, Αντρέα, τα καταφέρατε τελικά! Πόσο χαίρομαι!»
«Παλιόφιλε, δεν άλλαξες!»
Η παλιοπαρέα κατάφερε να συναντηθεί και ήταν πολύ όμορφα! Μίλησαν για τα καθημερινά, για τα παλιά και μοιράστηκαν τις αναμνήσεις τόσων ετών. Έδωσαν όμως και μια υπόσχεση ότι δεν θα αφήνουν τον χρόνο να τους κυριεύει σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις τους και θα ανανεώνουν πιο συχνά τα ραντεβού τους. Η φιλία τους θα τους ενώνει για πάντα.