Blog

  • Μια αντρική φιλια

    Η μέρα δεν τελείωνε με τίποτα στη δουλειά. Είχε κρυφοκοιτάξει πολλές φορές το ρολόι του, ωστόσο αυτό φαινόταν κολλημένο στις 12:00 το μεσημέρι! Ήθελε να πατήσει ένα κουμπί και να βρεθεί με την παρέα του στην παραλία για τις βουτιές που σχεδίαζαν εδώ και μια εβδομάδα. Το ραντεβού των τριών φίλων ήταν για το αγαπημένο Καβούρι και ήταν πραγματικά μια μοναδική ευκαιρία που μπορούσαν όλοι να μαζευτούν εκείνη την ημέρα, καθώς δεν υπήρχαν άλλες υποχρεώσεις.

    Η ζέστη ήταν αφόρητη. Ο Λουκάς μπήκε γρήγορα στο αμάξι και πάτησε το κουμπί για να ανοίξει το aircondition. Έκλεισε τα μάτια του περιμένοντας να ανοίξει. Κάτι δεν πήγαινε καλά! Αυτό έβγαζε ζέστη. «Πώς είναι δυνατόν, τώρα έκανα το service!» Τελικά κατάλαβε ότι δεν είχε ανοίξει το αυτοκίνητο. Μόλις εκείνο πήρε μπρος, ο Λουκάς ξαναβρήκε το χρώμα του. «Ωραία ξεκινάμε!» Το θερμόμετρο έδειχνε 40 βαθμούς Κελσίου. Προσπάθησε να το βγάλει από το μυαλό του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο γεγονός ότι θα έβλεπε τους φίλους του.

    Οι τρεις κολλητοί, ο Λουκάς, ο Ανδρέας και ο Γρηγόρης, μαζί σε όλα, και τώρα για να πάνε για μπάνιο, έπρεπε να ξεκινήσουν από τα τρία διαφορετικά σημεία του ορίζοντα και να καταλήξουν εκεί που ξόδευαν τα καλοκαίρια τους σαν παιδιά. Ήταν δεν ήταν 15 χρονών όταν αποφάσισαν ότι θα πήγαιναν μαζί οι τρεις τους για το πρώτο τους μπάνιο χωρίς γονείς. Δεν οδηγούσε κανείς, έτσι πήραν το λεωφορείο για τη Γλυφάδα και από εκεί το επόμενο για το Καβούρι. Είχαν πάρει μαζί τους τα πάντα για να περάσουν τη μέρα τους στην παραλία: ρακέτες, μπαλάκια, κολατσιό. Όμορφα χρόνια, ξέγνοιαστα! Έμεναν στην παραλία μέχρι να πέσει ο ήλιος και με το τελευταίο λεωφορείο επέστρεφαν σπίτι.

    Τα χρόνια πέρασαν και οι ζωές όλων άλλαξαν. Τα τρία αγόρια έγιναν άντρες και δυστυχώς οι υποχρεώσεις είχαν αλλάξει τις καταστάσεις και όλα έπρεπε να γίνονται με πρόγραμμα. Δεν έπρεπε λοιπόν να χαθεί αυτή η χρυσή ευκαιρία. Τα κορναρίσματα έβγαλαν τον Λουκά από τις σκέψεις του. Ένα ατύχημα είχε δημιουργήσει ουρές ατέλειωτες και όλα τα αυτοκίνητα είχαν κοκαλώσει. Ο Λουκάς σκέφτηκε να τους πάρει στο τηλέφωνο για να δει που βρίσκονταν και οι άλλοι και να τους πει ότι καθυστερεί. Ο Γρηγόρης με τον Ανδρέα είχαν καθυστερήσει και εκείνοι να φύγουν, με αποτέλεσμα να έχουν κολλήσει σε άλλα σημεία.

    Καμιά ώρα αργότερα, ο Λουκάς έφτασε στην παραλία. Ο ήλιος έκαιγε τόσο πολύ που με δυσκολία έβλεπε, δεν υπήρχε πουθενά μέρος, ο ένας ήταν επάνω στον άλλο. Άφησε τα πράγματά του σε δυο καθίσματα στριμωγμένα στο καφέ της παραλίας. Η ζέστη ήταν αφόρητη, αποφάσισε να κάνει μια βουτιά για να δροσιστεί! Έκανε μια βουτιά. Αυτή η βουτιά θα πληρωνόταν με χρυσάφι! Ένιωσε εκείνα τα 20 λεπτά μέσα στο νερό ότι είχε απαλλαγεί από όλες του τις έννοιες.

    Βγαίνοντας έξω, ένιωσε ένα τσίμπημα στο πόδι του, μια τσούχτρα του είχε αφήσει ένα ωραιότατο σημάδι στο πόδι. Ευτυχώς είχε το τζελ στη τσάντα του! Οι φίλοι του καθυστερούσαν, σκέφτηκε να παραγγείλει έναν καφέ. Τουλάχιστον έναν καφέ θα προλάβαιναν να τον πιουν. Τόση ταλαιπωρία άξιζε τουλάχιστον έναν καφέ! Ήρθε ο καφές. Έκανε τη κίνηση να ανάψει ένα τσιγάρο. Σταμάτησε αμέσως, θυμήθηκε ότι το είχε κόψει.

    Εκείνη η αναμονή τον σκότωνε, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ούτε σήμερα δεν θα έβλεπε τους κολλητούς του. Σκέφτηκε εκείνο το βράδυ που είχαν πάει να δουν τον Σπάρτακο στο σινεμά και γύρισε στο σπίτι ύστερα από 5 ώρες, γιατί το έργο ήταν πολύ μεγάλο και είχε φέρει τους φίλους του στο σπίτι για να πουν την αλήθεια στη μάνα του, γιατί δεν θα τον πίστευε κανένας. Στο τσακ την είχε γλυτώσει τη σφαλιάρα από τη μάνα του. Εκείνη την ώρα βούρκωσε και γέλασε ταυτόχρονα!

    Το τηλέφωνο χτύπησε πάνω στο τραπέζι. «Αυτοί είναι, επιτέλους ήρθαν.» Τελικά ήταν η μικρή του η κόρη, η Μαριγώ, που τον έψαχνε για να παίξουν. Της απάντησε ότι θα ερχόταν το συντομότερο δυνατό. Η ώρα είχε περάσει πολύ. «Τελικά δεν θα έρθουν», σκέφτηκε. «Δεν ήταν τυχερό μας», σκέφτηκε. Έκανε να μαζέψει τα πράγματά του όταν μια φωνή τον έκανε να γυρίσει.

    «Καλά κρυμμένος ήσουν; Μια ώρα κάνουμε βόλτες και το τηλέφωνο σου δείχνει κλειστό.»

    «Γρηγόρη, Αντρέα, τα καταφέρατε τελικά! Πόσο χαίρομαι!»

    «Παλιόφιλε, δεν άλλαξες!»

    Η παλιοπαρέα κατάφερε να συναντηθεί και ήταν πολύ όμορφα! Μίλησαν για τα καθημερινά, για τα παλιά και μοιράστηκαν τις αναμνήσεις τόσων ετών. Έδωσαν όμως και μια υπόσχεση ότι δεν θα αφήνουν τον χρόνο να τους κυριεύει σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις τους και θα ανανεώνουν πιο συχνά τα ραντεβού τους. Η φιλία τους θα τους ενώνει για πάντα.

  • Τα Λιβαδεια της Ποσειδωνιας

    Ήταν το βράδυ πριν την αρχή των καλοκαιρινών διακοπών. Ο Ανδρέας ήταν πολύ χαρούμενος. Είχε τελειώσει το τελευταίο μάθημα στο Πανεπιστήμιο και ήταν έτοιμος να αρχίσει το αγαπημένο του χόμπι: τις καταδύσεις. Φοιτητής της Αρχαιολογίας, λάτρης της ιστορίας και της μυθολογίας, πάντα αναζητούσε την περιπέτεια πάνω αλλά ιδιαιτέρως κάτω από το νερό.

    Ξεκίνησε νωρίς για τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και νωρίς το πρωί έπεσε στο νερό. Αυτή η πρωινή βουτιά του έδωσε πάρα πολύ δύναμη και ενέργεια, καθώς φέτος ο παρατεταμένος καύσωνας είχε κάνει τη ζέστη ανυπόφορη. Ακολούθησε γνώριμα μονοπάτια, ωστόσο, ενώ ευχαριστιόταν την ομορφιά του βυθού, ένα μπλε φως τράβηξε την προσοχή του. Αποφάσισε να το ακολουθήσει. Δεν τρομοκρατήθηκε από τα φύκια που είχαν κατακλύσει το μέρος, καθώς αυτό το πράσινο ήταν το οξυγόνο της θάλασσας και προστάτευε την ίδια και τους θησαυρούς της.

    Συνέχισε να προχωράει ώσπου είδε ένα τεράστιο μπαούλο στη μέση του πουθενά. Προσπάθησε να το ανοίξει, αλλά δεν μπορούσε. “Μάλλον χρειάζεσαι βοήθεια,” είπε μια φωνή δίπλα του. Γύρισε και είδε μια κοπέλα να του μιλάει. Δεν πίστευε στα μάτια του! Μια κοπέλα με πανέμορφα χαρακτηριστικά και με μια τεράστια πρασινομπλε ουρά τον καλούσε να την ακολουθήσει. Μια τεράστια ομάδα ψαριών εμφανίστηκε και ανέλαβε να ανοίξει το μπαούλο. Ο Ανδρέας δεν πίστευε στα μάτια του!

    Το μπαούλο ήταν η κρυμμένη είσοδος του ναού του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης! Το μέρος αυτό ήταν ένα σημείο ανάμεσα στη μυθολογία και στην ιστορία και το αναζητούσαν τόσο όσο και την αρχαία Ατλαντίδα. Η γοργόνα του έδειξε μια αρχαία επιγραφή η οποία μιλούσε για τη συγκεκριμένη λατρεία. Το μέρος ήταν γεμάτο αφιερώματα στους δύο θεούς. Ένας μεγάλος σεισμός είχε οδηγήσει στην εξαφάνιση του συγκεκριμένου μέρους και τώρα ο Ανδρέας είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει την εμπειρία του στους συμφοιτητές και στο Πανεπιστήμιο.

    Ο Ανδρέας ένιωσε να χάνει την επαφή του με το περιβάλλον γύρω του. Είχε φτάσει το οξυγόνο πολύ χαμηλά και ζαλιζόταν. Λίγα λεπτά αργότερα ξύπνησε στο σημείο που είχε ξεκινήσει. Κοίταξε λίγο πίσω του και είδε την ουρά της γοργόνας να εξαφανίζεται. Τελικά ήταν αλήθεια! Δεν ήταν ένα παιχνίδι του μυαλού του τελικά! Σκέφτηκε ότι όλα όσα είδε θα βοηθούσαν πολύ την αρχαία Ιστορία και τη μυθολογία, ενώ παράλληλα θα βοηθούσαν να κατανοήσουν πιο πολύ τη λατρεία του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης.

    Ωστόσο, σκέφτηκε να μην μιλήσει. Ίσως είναι καλύτερα μερικά μυστικά να μένουν κρυμμένα.

  • Τα μυστικά του Δωματίου

    Ο καιρός είχε αγριέψει πολύ! Όταν ξεκίνησε το ταξίδι, δεν έδειχνε ότι θα ερχόταν χιονοθύελλα. Η Ρενάτα δεν είχε αλυσίδες στο αμάξι και αυτό το έκανε ακόμη πιο επικίνδυνο. Ευτυχώς είδε το μικρό μοτέλ στη μέση του πουθενά και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να περάσει εκεί τη βραδιά της. Πήρε τη μικρή βαλίτσα από το αμάξι και προχώρησε. Την υποδέχτηκε μια πολύ ευγενική κυρία που της είπε ότι υπάρχει διαθέσιμο μόνο ένα τρίκλινο δωμάτιο. Ήταν τόσο κουρασμένη που είπε αμέσως ναι, έπρεπε να ξεκουραστεί και να γεμίσει τις μπαταρίες της.

    Μπήκε στο δωμάτιο και έπεσε κατευθείαν στο κρεβάτι. Νόμιζε ότι κοιμόταν ώρες ολόκληρες όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Δεν είχε προλάβει να ειδοποιήσει που βρισκόταν και της φάνηκε παράξενο. Ήταν η κυρία από την υποδοχή, η οποία την παρακάλεσε να μοιραστεί το δωμάτιο με μια κυρία που μόλις είχε έρθει στο ξενοδοχείο και αναζητούσε κάπου να μείνει.

    «Τα έχει αυτά ο καιρός. Φυσικά, κανένα πρόβλημα,» απάντησε η Ρενάτα. «Ένα βράδυ είναι, θα περάσει.»

    Λίγα λεπτά αργότερα, η πόρτα χτύπησε.

    «Περάστε,» απάντησε η Ρενάτα.

    «Γεια! Είμαι η Σοφία, σε ευχαριστώ που δέχτηκες να περάσουμε μαζί το βράδυ.»

    «Μην το σκέφτεσαι, με αυτόν τον καιρό δεν μπορεί κανείς να κάνει διαφορετικά.»

    Η σιωπή δεν κράτησε πολύ καθώς το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.

    «Χίλια συγγνώμη, θα μπορούσαμε να φιλοξενήσουμε μια κυρία ακόμα; Έχει μαζί της και ένα σκυλάκι. Θα ήταν δύσκολο μόνο για απόψε το βράδυ, σας παρακαλώ. Θα σας κάνω άλλη τιμή για το δωμάτιο, δεν μπορώ να την αφήσω έτσι με τόσο κρύο.»

    Τα δύο κορίτσια χωρίς πολλή σκέψη συμφώνησαν. Τι δύο, τι τρεις. Λίγα λεπτά αργότερα, η Ελένη με τον Μπρούνο έκαναν την είσοδο τους στο δωμάτιο.

    «Σας ευχαριστώ που μας δεχτήκατε! Χάλασε το αυτοκίνητο μου. Σας ευχαριστώ!»

    Το κρύο ήταν τσουχτερό και τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν τα φώτα άρχισαν να τρεμοσβήνουν. Ο Μπρούνο ήταν πολύ ήσυχος, ωστόσο η Ελένη είχε έναν εκνευρισμό καθώς ο Μπρούνο έπρεπε να εγχειριστεί στο πόδι του, λόγω ενός ατυχήματος που είχε από έναν απρόσεκτο οδηγό. Αυτό έκανε επιτακτική τη μεταφορά του σε κλινική. Καθώς δεν υπήρχε κάποιος να τον φέρει, ανέλαβε εκείνη να έρθει να τον πάρει για να τον πάει στην κλινική της. Ωστόσο, ο καιρός τους έκλεισε εκεί.

    Η Ρενάτα είχε μπει σε μια κούρσα με τον χρόνο και έπρεπε να προλάβει τον καλό της, ο οποίος έπαιζε διπλό παιχνίδι με την καλύτερη της φίλη και ετοιμαζόταν να φύγουν οι δυο τους ταξίδι στη Ρώμη! Όταν ανακάλυψε το μήνυμα στο κινητό του καλού της ότι η αναχώρηση για Ρώμη ήταν το μεσημέρι της επόμενης μέρας, μπήκε στο αμάξι και αποφάσισε να τους αιφνιδιάσει. Ωστόσο, η χιονοθύελλα την έκλεισε στο μοτέλ.

    Η Σοφία από την άλλη δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί λίγες ώρες πριν, όταν ο γιατρός της ανακοίνωσε ότι θα πρέπει να κάνει εξετάσεις για καρκίνο του μαστού καθώς η μαστογραφία της δεν ήταν αυτή που έπρεπε! Δεν μπορούσε να πάει στο σπίτι της και πήρε το αμάξι της με άγνωστη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα ο καιρός να την ρίξει εκεί.

    Λίγη ώρα αργότερα, το ρεύμα έπεσε στο ξενοδοχείο! Καμία από τις κοπέλες δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Η Ρενάτα σηκώθηκε πρώτη και βγήκε στο διάδρομο. Ένα φως της τράβηξε την προσοχή. Έφτασε στη τραπεζαρία και είδε ότι το τζάκι ήταν αναμμένο. «Όμορφα που είναι,» σκέφτηκε, και αποφάσισε να μην επιστρέψει στο δωμάτιο. Θα περνούσε εκεί το βράδυ της και θα προσπαθούσε να απαλλαγεί για λίγο από τα φαντάσματα της. Είχαν συμβεί πολλά τον τελευταίο καιρό, τα οποία λόγω δουλειάς τα άφηνε για αργότερα. Όλα λοιπόν απόψε ήρθαν και φώλιασαν στο μυαλό της.

    Ένας θόρυβος την έκανε να γυρίσει το κεφάλι της! Η Σοφία στεκόταν στην πόρτα της σάλας.

    «Ούτε εγώ είχα ύπνο,» είπε. «Δεν θέλω να είμαι μόνη μου απόψε, δεν θα το άντεχα! Βλέπω ότι βασανίζεσαι από κάτι,» είπε η Σοφία. «Μου αρέσει να ακούω. Βοηθάει να μοιράζεσαι τις σκέψεις με κάποιον, σε κάνει να ξεχνάς.»

    «Δίκιο έχεις,» είπε η Ρενάτα. «Έχω τόσο ανάγκη να μιλήσω. Αν με ρωτούσες έξι μήνες πριν, θα σου έλεγα ότι είμαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο. Η ζωή μου είχε χαρίσει τον καλύτερο άνθρωπο του κόσμου. Με φρόντιζε, με αγαπούσε, με λάτρευε. Τα προβλήματα μου άρχισαν όταν μου μπήκαν υποψίες για εκείνον ότι με απατά με την καλύτερή μου φίλη. Σαν επιβεβαίωση όλων αυτών ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό μου ότι ετοιμάζονται για ένα ταξίδι και ότι θα τον περιμένει στο αεροδρόμιο. Μου ήρθε το αίμα στο κεφάλι! Πήρα το αμάξι και άρχισα να τρέχω να προλάβω για να το δω με τα μάτια μου.»

    Η αφήγηση της Ρενάτας διακόπηκε από ένα μικρό γρύλισμα. Η Ελένη είχε βγάλει τον Μπρούνο από το δωμάτιο γιατί ήταν ανήσυχος.

    «Να καθίσω κι εγώ στην παρέα σας; Δεν μπορώ να μείνω μόνη μου στο δωμάτιο.»

    «Γιατί όχι; Η νύχτα από ότι φαίνεται θα είναι δύσκολη! Ας μείνουμε όλοι μαζί, η νύχτα είναι μεγάλη!»

    Η Ρενάτα ήπιε λίγο νερό και συνέχισε.

    «Παράτησα τα πάντα και μπήκα στο αμάξι. Ήθελα να φτάσω στο αεροδρόμιο να προλάβω! Στα μισά της διαδρομής με βρήκε η χιονοθύελλα και κατέληξα εδώ! Τώρα αυτοί θα έχουν φύγει και εγώ δεν έχω κανένα τρόπο να τους προλάβω!»

    Η Σοφία κατάλαβε την ένταση και της έπιασε το χέρι.

    «Μην στεναχωριέσαι, άκου και τη δική μου ιστορία! Ένα τυπικό απόγευμα στο γυναικολόγο ήταν αρκετό για να μου αλλάξει τη ζωή. Πήγα για τον καθιερωμένο έλεγχο που κάνω κάθε χρόνο για τη μαστογραφία και το τεστ Παπανικολάου και ο γιατρός μου είπε ότι κάτι βλέπει που θέλει έλεγχο. Όπως καταλαβαίνεις, βρέθηκα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου! Δεν ειδοποίησα κανένα, μπήκα στο αμάξι και έφυγα. Δεν κοίταξα τίποτα, με έπιασε η

    χιονοθύελλα και βρέθηκα εδώ, κανείς δεν ξέρει που είμαι.»

    Η Ελένη είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα.

    «Θέλετε να σας πω και τη δική μου ιστορία; Η δουλειά μου είναι κτηνίατρος. Εχθές το απόγευμα δέχτηκα ένα τηλέφωνο για ένα ατύχημα που είχε ένα σκυλί, καθώς ένας ασυνείδητος οδηγός τον παράτησε και έφυγε. Ένας άλλος οδηγός που περνούσε από εκεί βρήκε το τηλέφωνό μου και με πήρε, καθώς ο ίδιος δεν μπορούσε να το φέρει, και έτσι αποφάσισα να ξεκινήσω να τον πάρω εγώ, αλλά μας βρήκε ο καιρός και αποκλειστήκαμε. Για καλή μας τύχη εδώ! Πρέπει όμως να φτάσω στην κλινική μου! Ο Μπρούνο πρέπει να εγχειριστεί και δεν μπορώ να ειδοποιήσω στην κλινική.»

    Η νύχτα συνεχίστηκε! Με πολύ κουβέντα, μπόλικα ξύλα στο τζάκι και με πολλά ποτήρια κρασί από το καλό που έκρυβε η κυρία Μαρίνα στο κελάρι για τις δύσκολες μέρες όπως απόψε! Αυτό ήταν ένας λόγος να πέσουν οι τόνοι και να χαλαρώσουν. Η Ρενάτα μίλησε για τις σπουδές της, για το πώς βρήκε τη δουλειά της, αλλά και για τον έρωτα της για τον Πέτρο! Τελικά οι τρελοί έρωτες δεν είναι για εμένα, σκέφτηκε. Έπεσα με τα μούτρα και κοιτάξτε που έφτασα.

    Η Σοφία από την άλλη μίλησε για την οικογένεια της, τα 20 χρόνια γάμου με τον Νίκο και τα παιδιά της που πλέον δεν την είχαν ανάγκη, καθώς είχαν τη δική τους ζωή. «Ο Νίκος δεν είναι κακός, απλά δουλεύει πολλές ώρες και δυστυχώς, ύστερα από τόσα χρόνια, ρουτινιάσαμε και απομακρυνθήκαμε. Εχθές στο γιατρό δεν ήρθε καν μαζί μου γιατί δεν προλάβαινε. Όταν ο γιατρός μου είπε τι είχε συμβεί, ασυναίσθητα τον έψαξα και εκείνος δεν ήταν εκεί. Δεν μπορούσα να τον πάρω τηλέφωνο, τον χρειαζόμουν, έτσι αποφάσισα να μπω στο αυτοκίνητο και όπου έβγαινα! Τελικά καταλήξαμε εδώ! Δεν είναι και άσχημα τελικά.»

    Η Ελένη προσπαθούσε να ηρεμήσει τον Μπρούνο! Τελικά εκείνος κατάφερε για λίγο να ησυχάσει. Μας είπε ότι ήταν από τη Θεσσαλονίκη! Οι σπουδές της την έφεραν στην Αθήνα και η γνωριμία της με τον Αλέκο, που ήταν συμφοιτητής στη σχολή, την έκαναν να σκεφτούν να ανοίξουν τη μικρή κτηνιατρική κλινική στη μέση του πουθενά, με πολλά έξοδα και πολύ έρωτα ο ένας για τον άλλο, κάτι που λειτουργούσε ως αντίβαρο στα προβλήματά τους.

    Ξαφνικά συνειδητοποίησαν ότι το ημερολόγιο έλεγε 28 Δεκεμβρίου! Η Ρενάτα είπε ότι γιόρταζε τα γενέθλιά της μαζί με δυο άγνωστες στη μέση του πουθενά, αλλά αποδείχτηκε ότι ήταν από τα ωραιότερα της ζωής της. Εκείνη την ώρα τα άλλα δύο κορίτσια κοιτάχτηκαν με νόημα! Είχαν και εκείνες τα γενέθλιά τους και η μοίρα είχε παίξει ένα παιχνίδι στα τρία κορίτσια να γνωριστούν στη μέση του πουθενά και να μοιραστούν ένα βράδυ από τη ζωή τους.

    Τελικά, αυτά τα περίεργα παιχνίδια της μοίρας ένωσαν τα τρία κορίτσια, καθώς η Ρενάτα γνώρισε τον αδερφό της Ελένης και ύστερα από ένα τρελό ειδύλλιο ενός έτους, τον παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια. Ο μικρότερος αδερφός της Ελένης επίσης ήταν γιατρός και όταν άκουσε την ιστορία της Σοφίας, έκανε εκ νέου εξετάσεις και βρέθηκε ότι είχε γίνει λάθος με τις αρχικές εξετάσεις της, επομένως πήγε η καρδιά της στη θέση της! Ο Νίκος από την άλλη αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την κλινική της Ελένης και του Αλέκου, καθώς ένιωθε τύψεις για αυτό που συνέβη στη Σοφία και επιπλέον ήθελε να βελτιώσει τις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί! Έτσι η κλινική μεγάλωσε και αναλάμβανε να βοηθήσει περισσότερα εγκαταλελειμμένα και χτυπημένα ζώα!

    Τα χρόνια πέρασαν, η παρέα μεγάλωσε, ωστόσο κανείς δεν ξεχνούσε εκείνο το βράδυ που άλλαξε τη ζωή τους για πάντα.

  • Η γάτα και το Κουβάρι

    Εκείνο το βράδυ η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Η πόλη του Λονδίνου έβγαζε μια άσχημη μυρωδιά από τους υπονόμους που ήταν αποπνικτική. Ο μικρός γατούλης αποφάσισε να αφήσει για λίγο την άνεση του καινούργιου του σπιτιού και να κάνει μια βόλτα στις στέγες για να χαρεί τη λαμπερή πανσέληνο. Όλα φαίνονταν τόσο ήσυχα και το κίτρινο φως του φεγγαριού γυάλιζε στα νερά του Τάμεση. Κάθισε στην αγαπημένη του θέση με θέα την πόλη. Την ώρα που ήταν ήρεμος και χαλαρός, πρόσεξε ένα τεράστιο κουβάρι ψηλά στον ουρανό. Στην αρχή παραξενεύτηκε πως είναι δυνατό ένα κουβάρι να στέκεται στον αέρα, ώσπου μια πόρτα ανοίγει και μια σκάλα κατευθύνεται προς το μέρος του.

    «Έλα, μην αργείς, το ταξίδι ξεκινά», είπε μια φωνή. Ο γατούλης, γεμάτος περιέργεια, προχώρησε μπροστά για να φθάσει το κουβάρι. Τελικά μοιάζει με κουβάρι, αλλά δεν είναι. Στην πραγματικότητα έβλεπε μπροστά του ένα σύγχρονο αστροσκάφος από τον πλανήτη ΜΙΑΟΥ. Ο γατούλης δεν το πίστευε, είχε ακούσει τις ιστορίες που έλεγε η γιαγιά του για έναν πλανήτη στο αστροσύμπαν που ζούσαν μόνο γάτες, όπου έβρισκαν ό,τι τραβούσε η όρεξή τους, και σαν καλοπερασάκιας, ήταν το όνειρο της ζωής του να τον επισκεφτεί.

    Η αξιωματικός του πλοίου, Νιαρ Νιάρ, τον καλωσόρισε. «Πω πω, τι γίνεται εδώ», είπε. «Άρα υπάρχει ο πλανήτης Μιαού. Είχε δίκιο η γιαγιά και εγώ που δεν το πίστευα! Πώς φτάσατε μέχρι εδώ;»

    Η αξιωματικός Νιάρ είπε: «Πρέπει να σου εξηγήσω κάποια πράγματα! Το σκάφος μας ξεπερνάει το χωροχρόνο, αλλά και τα όρια του σύμπαντος. Μπορεί να βρεθεί οπουδήποτε φανταστείς, στα πιο απίθανα μέρη! Μπορείς να βρεθείς σε οποιοδήποτε μέρος της γης, οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Έχεις σκεφτεί μερικά μέρη που θα ήθελες να πας;»

    «Δεν είναι μόνο ένα μέρος, είναι πολλά. Γιατί όμως επιλέξατε να έρθετε να με βρείτε;»

    «Περίμενα την ερώτησή σου! Μάθαμε πόσο βοήθησες τη μαμά με το μωράκι όταν αυτό κινδύνευσε να πέσει από το κρεβάτι. Η πράξη αυτή έδειξε γενναιότητα και έναν χαρακτήρα που βοηθάει τους άλλους. Για αυτό είμαστε εδώ, για να σε ευχαριστήσουμε και να δεις ότι οι καλές πράξεις ανταμείβονται πάντα με κάποιο τρόπο. Δέξου λοιπόν αυτή τη βόλτα με το αστροσκάφος σαν ένα δώρο από το σύμπαν. Η αστροβόλτα όμως έχει ορισμένους κανόνες! Δηλαδή, δεν μπορεί να γίνεται πάνω από μια φορά το χρόνο και για συγκεκριμένη ώρα. Αλλιώς η Αστροπύλη κλείνει και κλειδώνεται εκεί. Πες μου τώρα που θα ήθελες να πάμε. Ο χρόνος τρέχει, δεν παίζουμε με αυτό! Άρα που πάμε;»

    «Στις πυραμίδες! Πάντα ήθελα να περπατήσω μέσα σε αυτές και να γνωρίσω τις γάτες των Φαραώ!»

    «Φύγαμε! Σκάφος, ακούσατε! Συντεταγμένες για Αίγυπτο, φύγαμε!»

    Η θέα από ψηλά ήταν μαγική! Ο γατούλης είχε μαγευτεί! Η Νιάρ του είπε ότι οι πυραμίδες είχαν φτιαχτεί από τους προγόνους της. Θα είχε δύο ολόκληρες ώρες να γυρίσει τα πάντα εκεί μέσα! Δεν έπρεπε όμως να ξεχαστεί εκεί, ο κανόνας ήταν κανόνας. Έπρεπε στο δίωρο να έχει βγει! Το αστροσκάφος τον άφησε στην κορυφή. Η τρύπα που υπήρχε στην κορυφή της μεγάλης πυραμίδας τον βοήθησε να μπει μέσα.

    «Εδώ θα σε περιμένουμε», του είπε, «μην αργήσεις! Θα σου ρίξουμε πυρσούς για να βλέπεις γιατί υπάρχει παντού σκοτάδι!» Έριξαν τους πυρσούς και ο γατούλης έκανε μια βουτιά κυριολεκτικά στο κενό. «Τζερόνιμο!» φώναξε χωρίς να ξέρει τι σημαίνει, μάλλον το είχε δει σε μια ταινία πιο παλιά, σκέφτηκε! Τελικά η άμμος που υπήρχε τον συγκράτησε ώστε να μην χτυπήσει. Ξαφνικά βρέθηκε μέσα σε έναν λαβύρινθο από διαδρόμους. Αποφάσισε να πάρει την ευθεία για να ακολουθήσει τη ζωή της γάτας που ανήκε στον Φαραώ!

    Ωραία ζωή, σκέφτηκε καθώς έβλεπε τη γάτα να τον ακολουθεί παντού. Πηγαίνοντας γύρω γύρω την πυραμίδα, έχασε το σημείο που είχε ξεκινήσει με αποτέλεσμα να χαθεί μέσα στην πυραμίδα. «Χάθηκα! Εδώ θα αφήσω τα κοκαλάκια μου, σκέφτηκε, δεν θα ξαναδώ το φως του ηλίου». Τελικά θυμήθηκε το κουδουνάκι που ήταν περασμένο στο λαιμό του. Θα ήταν ένα μήνυμα στο αστροσκάφος ότι κινδυνεύει. Άρχισε να κουνάει το λαιμό του όσο πιο δυνατά μπορούσε!

    Με μαγικό τρόπο βρέθηκε ξανά πίσω στην καμπίνα του αστροσκάφους! «Φθηνά τη γλυτώσαμε!» «Δε λες τίποτα, στο τσακ προλάβαμε! Πάμε, η πύλη κλείνει!» είπε η Νιάρ. Στο ταξίδι της επιστροφής αφηγήθηκε την περιπέτειά του. Η Νιάρτον άκουσε με προσοχή και στο τέλος τον ρώτησε: «Πήρες το μάθημά σου;»

    «Εάν το πήρα λέει! Τυχερός ήμουν που τη γλίτωσα! Νομίζω ότι σπατάλησα μια ακόμα από τις 7 ζωές μου», είπε!

    «Σωστά», του είπε η Νιάρ, «άρα πρέπει να ζήσεις με σύνεση και προσοχή από εδώ και πέρα!»

    Η βόλτα τελείωσε από εκεί που είχε ξεκινήσει. Έμοιαζε σαν να είχε περάσει μόνο μια ώρα από τότε που έφυγαν. «Αντίο, γατούλη, να θυμάσαι ότι είμαστε μόνο ένα κουβάρι μακριά».

    «Αντίο, Νιάρ!» Έλειψα αρκετά, σκέφτηκε, μου έλειψε το σπιτάκι μου! Τελικά είναι πολύ όμορφο να ανήκεις κάπου και όχι να περιφέρεσαι άσκοπα, σκέφτηκε ο γατούλης. Εκείνη την ώρα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το κουβάρι ήταν στη θέση του. Δεν μπόρεσε να σκεφτεί παραπάνω, η μυρωδιά της πίτσας του είχε σπάσει τη μύτη! Έφαγε και βυθίστηκε στον κόσμο των ονείρων, έτοιμος να αρχίσει ένα ακόμα ταξίδι.

  • Το πεναλτυ

    Η μπάλα μπήκε στη λευκή βούλα. Ο Κώστας έκανε ένα βήμα πίσω. Εκείνα τα δευτερόλεπτα του φάνηκαν χρόνια, γιατί πέρασαν από μπροστά του όλα όσα είχαν συμβεί μέχρι τότε. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του χάρηκε γιατί θα είχε γιο για να πηγαίνουν μαζί στο γήπεδο. Κασκόλ, βερμούδες, μπάλες, όλα στο κόκκινο. Όταν έφτασε τα 10, ο Κώστας ανακοίνωσε ότι προτιμάει το πράσινο!

    Ο κ. Βασίλης στην αρχή ήταν να σκάσει – ο δικός μου ο γιος Παναθηναϊκός, γεννημένος στο Πασαλιμάνι, και εκείνος βγήκε παιδί της Λεωφόρου; Πώς είναι δυνατόν! Ειδικά την ημέρα που του ζήτησε να τον πάει να παίξει στις Ακαδημίες του, έκανε ξερό κουράγιο. Φου και φου έλεγε και ξανάλεγε. Τα έβαζε συνεχώς με τη γυναίκα του, την Έφη: «Εσύ φταις, αν τον είχες μαζέψει από μικρό τώρα δεν θα ήμουν αναγκασμένος να το κάνω αυτό.» «Μα για το καλό του παιδιού είναι, Βασίλη μου, τι σημασία έχει το που θα παίζει.» Τελικά, με τα λίγα με τα πολλά, το αποδέχτηκε σαν πραγματικότητα.

    Για τον Κώστα πάλι, από μικρός ήταν πίσω από μια μπάλα και την κυνηγούσε. Το μέγεθος της μπάλας μεγάλωνε με την ηλικία του. Έτσι λοιπόν, όταν ο θείος του, ο Τάκης, τον πήρε μαζί του στο γήπεδο της Λεωφόρου, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με την ατμόσφαιρα που επιτόπου αποφάσισε να καταφέρει να μπει στην ομάδα και να φτάσει όσο πιο ψηλά μπορούσε. Δεν είχε να κάνει μόνο με τις αντιρρήσεις του πατέρα του, αλλά και την υπόσχεση που είχε δώσει στη μάνα του ότι πρώτα θα είναι καλός μαθητής και μετά όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπήρχε χρόνος παρά μόνο για το σχολείο και για την προπόνηση!

    Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν ιδανικά, γιατί ο Κώστας δεν ήταν αυτό που λέμε φυσικό ταλέντο. Μάθαινε όμως γρήγορα. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τους άλλους να τον κοροϊδεύουν και να τον θεωρούν αργό. Αυτό τον είχε επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό ψυχολογικά, αλλά τελικά μια κουβέντα με τον πατέρα του ήταν αρκετή ώστε να πειστεί και να μείνει σταθερός στο στόχο του. Ο κ. Βασίλης ήθελε και εκείνος να γίνει ποδοσφαιριστής. Ωστόσο, ένας σοβαρός τραυματισμός στο πόδι του στέρησε αυτή τη δυνατότητα. Βλέποντας λοιπόν την επιμονή του πιτσιρικά, αποφάσισε να τον βοηθήσει έστω και χωρίς να το ξέρει. «Όλοι αξίζουμε μια ευκαιρία, ας πάρει και ο Κωνσταντίνος τη δική του» .

    Αποφάσισε λοιπόν να πάρει τηλέφωνο έναν φίλο από τα παλιά, ο οποίος είχε τιμήσει τη φανέλα της ομάδας και παρέμενε ενεργός στις ομάδες των ακαδημιών του ΠΑΟ. Οι δύο παλιοί φίλοι και συμμαθητές, αν και δεν μιλούσαν αρκετά συχνά, ήταν φίλοι για πολλά χρόνια. «Γεια σου Γιάννη» «Γεια σου Βασίλη, πώς είσαι;» Άλλαξαν μερικές κουβέντες για τα τρέχοντα και μετά ο Βασίλης του μίλησε για την επιθυμία του γιου του να παίξει στην ομάδα. Του ζήτησε να τον βοηθήσει όσο ήταν δυνατόν, χωρίς να αποκαλύψει τη γνωριμία τους,τουλάχιστον στην αρχή. Συμφώνησε και εκείνος, και έτσι ο Κωνσταντίνος άρχισε να προσαρμόζεται όλο και περισσότερο. Ο κ. Γιάννης ήταν από τους παλαίμαχους του ΠΑΟ. Αν και δεν ήταν στην πρώτη γραμμή, παρέμενε αρκετά ενεργός και είχε αδυναμία στα νέα παιδιά. Στον Κωνσταντίνο ήδη έβλεπε πάθος και ενθουσιασμό, έτσι αποφάσισε να του μάθει αυτό που του έλλειπε – την τεχνική.

    Έτσι, σιγά-σιγά ο Κωνσταντίνος έμαθε με τη βοήθεια των γυμναστών και των προπονητών να έχει υπομονή και να μαρκάρει, να καρφώνει και να πλασάρει σωστά. Ο Κωνσταντίνος παράλληλα προχωρούσε και τα μαθήματά του στο σχολείο και ήταν από τους καλύτερους στην τάξη. Τα χρόνια περνούσαν και γινόταν όλο και καλύτερος. Κάποια μέρα είχε βρει λίγο χρόνο να βγει έξω με τους φίλους του. Ο χαρακτήρας του και η προσωπικότητά του τον είχαν κάνει περιζήτητο στις παρέες και ιδιαίτερα δημοφιλή στα κορίτσια.

    Εκείνη την ημέρα όμως, αυτό που τον έκανε ιδιαίτερα χαρούμενο ήταν το τηλέφωνο από τον προπονητή του ότι την επόμενη χρονιά θα ανήκε πλέον στην Α’ ομάδα του Παναθηναϊκού και θα είχε την ευκαιρία να αποδείξει τις δυνατότητές του σε μεγαλύτερο επίπεδο. Η σεζόν ξεκίνησε με τον Κωνσταντίνο στον πάγκο. Στην αρχή δεν τον πείραξε. Ωστόσο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση παρέμενε η ίδια, πάλι στον πάγκο. «Θα έρθει η στιγμή σου Κωνσταντίνε μου, δώσε χρόνο στον εαυτό σου και θα πάρεις την ευκαιρία σου, περίμενε και θα δεις.»

    Η στιγμή αυτή ήρθε στον αγώνα της ομάδας με τον ΠΑΟΚ. Βαθμολογικός κίνδυνος δεν υπήρχε, άρα προς τα τέλη του δεύτερου ημιχρόνου, ο προπονητής του έκανε νόημα να σηκωθεί. Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του! Το γήπεδο τον υποδέχτηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, καθώς το όνομά του είχε ακουστεί ως το νέο μεγάλο ανερχόμενο αστέρι της ομάδας. Τελικά, η μεγάλη πρεμιέρα του στο γήπεδο τον αντάμειψε και με το πρώτο του επίσημο γκολ! Εκείνη την ημέρα είχε έρθει όλη η οικογένεια στο γήπεδο. Το γκολ με το ανάποδο ψαλιδάκι έδειχνε ότι δεν ήταν μόνο θέμα τύχης, αλλά και σκληρής δουλειάς. Ο πατέρας του έκλαψε, η μάνα του τον φίλησε, ο προπονητής του δικαιώθηκε. Πόσα καλά μαζεμένα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ!

    Η ζωή όμως έχει και τα κάτω της. Ένας πολύ σοβαρός τραυματισμός στους προσαγωγούς τον ανάγκασε να μείνει εκτός για το υπόλοιπο της σεζόν. Αυτό τον στεναχώρησε πάρα πολύ, γιατί πόνταρε ο Κωνσταντίνος στη κλήση του στην Εθνική ομάδα εν όψει της προετοιμασίας για το Euro. Η Ελληνική ομάδα θα έδινε παρουσία ύστερα από το θρίαμβο του 2004. Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς αναζητούσε φρέσκα πρόσωπα με ικανότητες και όρεξη για δουλειά. Οι πληροφορίες που είχε μέσα από την ομάδα ήταν από τον κ. Γιάννη ότι επρόκειτο για ένα παλικάρι που λάτρευε το ποδόσφαιρο, που χρόνο με τον χρόνο γινόταν καλύτερος και θέλει να προσφέρει στην Εθνική ομάδα. Ο τραυματισμός τον πήγε λίγο πίσω, αλλά θα φτάσει σύντομα στο επιθυμητό επίπεδο.

    Τα υπόλοιπα είναι πλέον ιστορία, καθώς η Εθνική ομάδα έκανε μια καταπληκτική πορεία στο EURO της Αθήνας και κατάφερε να προκριθεί στον τελικό απέναντι στην Ιταλία. Ο αγώνας δεν είχε θεαματικές φάσεις, καθώς και οι δύο ομάδες έπαιζαν πάρα πολύ μετρημένα για να προστατέψουν τις εστίες τους από πιθανό γκολ. Φτάσαμε λοιπόν στα τελευταία λεπτά του αγώνα και η καρδιά όλων κοντεύει να σπάσει από την αγωνία. Όλοι περίμεναν αυτή τη μεγάλη χαρά που θα μας έβγαζε από τη μιζέρια μας και θα μας έκανε να σηκώσουμε το κεφάλι μας λίγο ψηλότερα, έστω και για μερικές μέρες. Και αυτή τη φορά, χωρίς να συζητάμε για οπαδούς αλλά για την εθνική ομάδα, για την Ελλάδα μας!

    Ο Κωνσταντίνος, με ένα φοβερό τάκλιν, καταφέρνει να κλέψει τη μπάλα από τον Ιταλό παίκτη και έρχεται σε ευθεία βολή με τον τερματοφύλακα. Εκείνος τότε βάζει το πόδι του και τον ανατρέπει. Ο διαιτητής σφυρίζει την εσχάτη των ποινών. Η απόλυτη σιωπή στο στάδιο, δε μιλάει κανένας! Ο Κωνσταντίνος παίρνει τη μπάλα για να εκτελέσει, ξέρει καλά ότι κουβαλάει τη χαρά και τη λύπη ενός ολόκληρου λαού! Στήνει τη μπάλα, σφυράει ο διαιτητής και ο Κωνσταντίνος αστοχεί! Απογοήτευση στο στάδιο! Ο τερματοφύλακας ήταν σε καλή μέρα και απέκρουσε. Χαρές και πανηγύρια για τους Ιταλούς!

    Όμως ο διαιτητής είχε σφυρίξει επανάληψη, καθώς ένας από τους αντιπάλους παίχτες είχε βγει οφσάιντ! Αυτή τη φορά η μπάλα ξανά στήθηκε και ο Κωνσταντίνος την κάρφωσε στα δίχτυα του Ιταλού γκολκίπερ! Το ευρωπαϊκό ήρθε στην Ελλάδα και το γλέντι ήταν τρικούβερτο για τρεις ολόκληρες ημέρες! Ο Κωνσταντίνος εκτόξευσε τη καριέρα του και έγινε διάσημος σε όλο το κόσμο! Ύστερα από 15 χρυσά χρόνια έκλεισε την καριέρα του στην ομάδα που τον ανέδειξε και τόσο πολύ αγαπούσε, τον Παναθηναϊκό.

  • Το μεταξωτό κόκκινο φορεμα

    Το πάρτι της αποφοίτησης ήταν σε λίγες μέρες. Το νέο κυριαρχούσε σε όλες τις συζητήσεις φίλων και συμμαθητών. Ωστόσο, για την Υβόννη τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ευχάριστα. Σκεφτόταν ότι όλοι θα την σχολίαζαν και θα τη συζητούσαν, καθώς η ίδια δεν είχε τα χρήματα να αγοράσει αυτά που συνήθιζαν και μπορούσαν οι συμμαθητές της.

    Ήταν μόνη στο δωμάτιό της όταν μπήκε η μητέρα της και της έπιασε την κουβέντα.

    «Υβοννάκι, τι συμβαίνει; Κανονικά έπρεπε να είσαι χαρούμενη, τελειώνεις την Τρίτη Γυμνασίου. Πήγες στις εξετάσεις του σχολείου πολύ καλά, οι διακοπές είναι μπροστά. Γιατί είσαι έτσι;»

    «Μαμά, δεν καταλαβαίνεις. Εγώ δεν μπορώ να πάρω ό,τιαγοράζουν τα άλλα παιδιά. Ούτε ρούχα και παπούτσια όπως όλοι οι υπόλοιποι. Δεν έχω τίποτε αξιόλογο να φορέσω στο πάρτι. Δεν θα με κάνει κανείς παρέα.»

    «Έλα, κάτσε να μιλήσουμε, να πούμε κάποια πράγματα. Θα σου πω μια ιστορία που μου είχε πει η γιαγιά μου.»

    «Παραμύθια θα μου πεις ρε μαμά; Δεν έχω όρεξη.»

    «Κάτσε μόνο δέκα λεπτά και θα αλλάξεις γνώμη.»

    Σε ένα μέρος μακρινό, ο βασιλιάς της χώρας διοργάνωνε τον ετήσιο χορό. Καλεσμένοι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου! Ήταν γεγονός για όλους, αλλά κυρίως για τις κυρίες, οι οποίες κάθε χρόνο έβρισκαν την ευκαιρία να αναδείξουν τα φορέματά τους! Τη βραδιά του χορού ήταν όλοι εκεί, ντυμένοι με τα αστραφτερά τους ρούχα και τα ακριβά τους χαμόγελα.

    Ξαφνικά, όταν βγήκαν έξω στον κήπο και χαίρονταν τη βραδιά, μια ξαφνική νεροποντή κατέστρεψε τα πάντα! Ρούχα λερώθηκαν, τα παπούτσια γέμισαν λάσπες, τα πλούσια φαγητά πετάχτηκαν και όλοι αναγκάστηκαν να φύγουν γρήγορα. Δεν πρόλαβαν να πάνε μέσα για να γλυτώσουν. Το πάρτι σταμάτησε και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους. Κανείς δεν διασκέδασε, κανείς δεν χόρεψε. Όλοι έφυγαν γιατί είχαν πάει μόνο για να τους δουν και να τους θαυμάσουν, και όχι για να περάσουν απλά καλά.

    «Άρα, που θέλω να καταλήξω. Ένα ακριβό ρούχο δεν σε κάνει αγαπητή και μέλος της παρέας. Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας είναι αυτά που μένουν. Και εσύ, γλυκιά μου, έχεις και από τα δύο. Για αυτό, σταμάτα να στεναχωριέσαι, όλα τα άλλα φτιάχνουν!»

    «Εντάξει μαμά, αλλά εγώ κάτι πρέπει να φορέσω.»

    «Εντάξει, τότε θα σε βοηθήσω με κάτι δικό μου.»

    Ύστερα από λίγο, γύρισε κρατώντας ένα κόκκινο μεταξωτό φόρεμα.

    «Αυτό το φόρεμα φόρεσα το βράδυ που γνώρισα τον πατέρα σου. Ελπίζω να φέρει και την αντίστοιχη τύχη και σε εσένα.»

    Στην αρχή δεν ήθελε καν να το βάλει, σιγά-σιγά όμως άρχισε να συμφιλιώνεται με την ιδέα ότι το φόρεμα είχε τη δική του ιστορία και τώρα είχε έρθει η σειρά της να την συνεχίσει.

    Τη βραδιά του πάρτι έλαμπε. Η μαμά της είχε συγκινηθεί, νόμιζε ότι ήταν εκείνη κάποιες στιγμές. Όταν μπήκε στην αίθουσα του πάρτι, αμέσως τράβηξε τα βλέμματα πάνω της. Όλα τα παιδιά έγιναν μια παρέα και γέμισαν χαρούμενες και όμορφες αναμνήσεις.

    Όσο για την Υβόννη, κατάλαβε ότι η ζωή είναι στιγμές και πρέπει να τις απολαμβάνουμε και να μην κλεινόμαστε στον εαυτό μας, αλλά να βγαίνουμε μπροστά και να τις ζούμε.

  • Το νερό …νερακι

    Το μπάνιο ήταν η μεγαλύτερη χαρά του Χάρη. Το σπίτι τους είχε ένα τεράστιο μπάνιο, στο οποίο του άρεσε να μπαίνει και να παίζει με τα παιχνίδια του. Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν να γεμίζει τη μπανιέρα με νερό για να ταξιδεύουν τα πλοία του, να φορτώνουν εμπορεύματα και να επιστρέφουν. Όταν όμως άνοιγε την τάπα και έφευγε το νερό, έπιανε φουρτούνα και τα πλοία βούλιαζαν. Έτσι, μετά από αυτό, ξαναγέμιζε τη μπανιέρα, ώστε τα πλοία του να μπορέσουν να ταξιδέψουν ξανά.

    Η μητέρα τού είχε πει πολλές φορές ότι το παιχνίδι αυτό κάποια στιγμή έπρεπε να τελειώσει, γιατί το νερό ήταν πολύτιμο και δεν πρέπει να το σπαταλάμε για τους λάθος λόγους. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να το καταλάβει, γιατί έλεγε ότι τα συννεφάκια θα στείλουν και άλλο. Ωστόσο, μια μέρα συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Ο Χάρης ετοιμαζόταν να βάλει τα καράβια του πάλι στο μεγάλο μπάνιο. Ωστόσο, την ώρα που άνοιξε τη βρύση, άκουσε μια φωνή.

    «Εσύ, δεν με ακούς; Χρειάζομαι και εγώ λίγο νερό!»

    «Ποιος μου μιλάει;»

    «Εγώ!»

    Κοίταξε έξω από το παράθυρο και δεν είδε κανέναν.

    «Ποιος μου μιλάει;»

    «Εγώ, το δέντρο της αυλής!»

    Ο Χάρης νόμιζε ότι ονειρευόταν. «Μα, μιλάνε τα δέντρα;»

    «Εγώ πάντα προσπαθούσα να σου μιλήσω, εσύ όμως δεν με άκουγες! Χρειάζομαι και εγώ νερό, οι ρίζες μου είναι ξερές, δεν μου δίνουν πλέον νερό και σε λίγο δεν θα έχω ούτε φύλλα ούτε κλαδιά και θα πεθάνω, θα ξεραθώ» .

    «Εγώ λοιπόν τι μπορώ να κάνω; Είμαι ένα μικρό παιδί!»

    «Μικρέ μου φίλε, θα πρέπει όλοι οι άνθρωποι να καταλάβουν ότι το νερό είναι πολύτιμο και δεν πρέπει να το σπαταλάμε! Η ξηρασία και η κλιματική αλλαγή θα κάνουν τα πράγματα αρκετά πιο δύσκολα. Το πιο απλό πράγμα που μπορεί να κάνει ο καθένας είναι να κλείνει τη βρύση και να μην σπαταλάει άσκοπα αυτό το πολύτιμο δώρο ζωής» .

    Από εκείνη τη στιγμή ο Χάρης άλλαξε. Δεν ξαναέπαιξε το παιχνίδι με το να βουλιάζει τα πλοία στην μπανιέρα. Άρχισε να ασχολείται με τον κήπο και φρόντιζε πάντα να δίνει ανάσες δροσιάς στον γερό πλάτανο που δρόσιζε την αυλή του τόσα χρόνια. Κυρίως όμως ενεργοποίησε και τους φίλους του ώστε να γίνουν και εκείνοι πιο υπεύθυνοι και να μην σπαταλούν άσκοπα το νερό. Η πρώτη μάχη είχε κερδηθεί, το δέντρο και ο κήπος του είχαν σωθεί.

    Μιλώντας στους γονείς του για τη μικρή περιπέτεια, εκείνοι αποφάσισαν μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να ευαισθητοποιήσουν στο πρόβλημα προστασίας των υδάτινων πόρων έτσι ώστε το πρόβλημα να γίνει κατανοητό από όλους και να αναλάβει ο καθένας το μερίδιο ευθύνης του. Τα χρόνια πέρασαν. Ο πλάτανος κατάφερε να γλυτώσει, αλλά και ο Χάρης έκανε σκοπό της ζωής του να προστατεύει το περιβάλλον και να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.

  • Ιπτάμενος και Τζέντλεμαν

    Κατα καιρούς κάνω λίστες με τις αγαπημένες μου ταινίες τις οποίες αναθεωρώ!Σε καμία από αυτές δεν λείπει το ΙΠΤΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΤΖΕΝΤΛΕΜΑΝ!Η ιστορία του φτωχόπαιδου που μεγάλωσε στα λιμάνια ανά τον κόσμο λόγω του πατέρα του και αποφασίζει να κυνηγήσει τη μοίρα του και το όνειρο του με το να καταταγεί στο ναυτικό δοκιμάζοντας τα όρια της φιλίας ,του έρωτα αλλά και της προσωπικής αντοχής ώστε να πετύχει δημιουργούν κατά τη γνώμη μου μια από τις ωραιότερες ιστορίες στο κινηματογραφικό σύμπαν. Η σκηνοθεσία είναι του Τειλορ Χακφορτ και αποτέλεσε τεράστια εισπρακτική επιτυχια το 1983.Η ταινια έδωσε μεγάλη ώθηση στη καριέρα του Ρίτσαρντ Γκιρ καθώς ξέφυγε από ρόλους που είχαν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό με την ομορφιά που διαθέτει και άρχισε να δείχνει και τις υποκριτικές του ικανότητες .Η ταινία δεν στερείται υποψηφιοτήτων και βραβείων αφού έχει βραβευτεί με όσκαρ ο Λουις Γκοσετ Τζούνιορ στο ρόλο του αυστηρού λοχία που δίνει μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του.Η μουσική της ταινίας είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου τόσο και για το γνωστό τραγούδι Up were we belong αλλά και για τις μουσικές γέφυρες που υπάρχουν. !Ντεμπρα Ουινκερ και Ρίτσαρντ Γκιρ βγάζουν τεράστιο ερωτισμό στην Οθόνη και μέσα σου βαθειά σκέπτεσαι να βρισκόσουν για λίγο στη θέση τους και να ζήσεις λιγακι από τη μαγεία του έρωτα τους!Οσο για τις φορές που όλοι το έχουμε παρακολουθήσει αξίζει η μια αυτή φορα που θα καθίζετε και θα το δείτε χωρίς διακοπή Αυτή είναι η απόδειξη ότι η μαγεία του πραγματικού σινεμα δεν πεθαίνει ποτέ!

  • Τα χρώματα του κοσμου

    Μια φορά και έναν καιρό ο Θεός αποφάσισε να δημιουργήσει το σύμπαν. Έβαλε τα πάντα μέσα σε αυτό: τον Ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια και 7 μεγάλες σφαίρες, τους πλανήτες. Όπως κάθε δημιουργός, αγαπούσε το δημιούργημά του. Είχε όμως μια ιδιαίτερη αδυναμία στη μικρούλα Γη. Αποφάσισε να ασχοληθεί έξι ολόκληρες μέρες μόνο μαζί της.

    Την έβδομη μέρα διαπίστωσε πως είχε φτιάξει κάτι πολύ όμορφο! Όμως κάτι έλειπε. Υπήρχε ο ουρανός και η θάλασσα, ωστόσο όλα ήταν ασπρόμαυρα, δεν ξεχώριζαν καθόλου μεταξύ τους. Βουνά και λαγκάδια δεν φαίνονταν, αλλά ούτε τα ζώα έβρισκαν να φάνε. «Κάτι έχω κάνει λάθος» σκεφτόταν.

    Απορροφημένος στις σκέψεις του, αποφάσισε λίγο να το συζητήσει με ένα πλάσμα από τα πουλιά που πετούσαν ψηλά στον ουρανό. Δεν ήξερε όμως με ποιο από όλα! Καθόταν ψηλά στον Παράδεισο και σκεφτόταν. Σε ένα κοντινό δέντρο, ένα μικρό χελιδόνι προσπαθούσε να στήσει τη φωλιά του. Αποφάσισε λοιπόν να γίνει και εκείνος ένα μικρό χελιδόνι για να μπορέσει να του μιλήσει.

    «Θέλεις βοήθεια;» είπε στο μικρό χελιδόνι. «Ναι, αλήθεια το χρειάζομαι γιατί δεν βλέπω στο σκοτάδι. Δεν μπορώ να χτίσω σωστά τη φωλιά μου με αποτέλεσμα να κουράζομαι και να κρυώνω». Σκέφτηκε ο Θεός, «χρειάζομαι να δώσω αρκετό κίτρινο χρώμα στον ήλιο ώστε με τις ακτίνες του να αγκαλιάσει τη γη». Αμέσως άλλαξε η διάθεση στο μικρό πουλάκι, μπόρεσε και τελείωσε το σπιτάκι του και χαρούμενο άρχισε να τραγουδάει. Ο Θεός χάρηκε πάρα πολύ!

    Σκέφτηκε όμως πως ούτε αυτό ήταν αρκετό. Κοίταξε ψηλά στον ορίζοντα και είδε ότι το σκούρο χρώμα του δημιουργούσε κακή διάθεση. Έψαχνε κάτι που ταίριαζε στο κίτρινο του ηλίου και έτσι σκέφτηκε το μπλε. Αποφάσισε να αγκαλιάσει όλο τον ορίζοντα με αυτό. Ύστερα πρόσεξε τη θάλασσα. «Ο μισός πλανήτης καλύπτεται από νερό» σκέφτηκε. «Ωραία ιδέα θα ήταν να φαίνεται σαν συνέχεια του ορίζοντα» και συνέχισε το γαλάζιο και εκεί.

    Κοίταξε γύρω του και τα πράγματα είχαν αλλάξει. Τα δημιουργήματά του είχαν αλλάξει διάθεση, ήταν πιο χαρούμενα και ελεύθερα. Ιδιαίτερα όμως ενθουσιάστηκε με τη γοργόνα, η οποία για να του εκφράσει τη χαρά της, κούνησε δυνατά την ουρά της και βούτηξε ακόμα πιο βαθιά στο γαλάζιο νερό. Αποφάσισε να συνεχίσει τη βόλτα του, τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα.

    Όμως κάτι έλλειπε. Κοίταξε ευθεία μπροστά, έβλεπε ένα ατελείωτο γκρι. Ένιωσε τη διάθεσή του να χαλάει. «Κανείς δεν θα διασκεδάζει αν όλα είναι μονότονα. Χρειάζεται ελπίδα και αισιοδοξία, για αυτό και εγώ θα βάλω πράσινο και καφέ ώστε να φυτρώνουν δέντρα και λουλούδια με όλα τα χρώματα, κάθε λογής μυρωδιά». Έτσι το πράσινο μπλέχτηκε με το καφέ, το κόκκινο με το μπλε, το μωβ με το ροζ και όλη η φύση πανηγύριζε για αυτήν την πανδαισία χρωμάτων.

    Έτσι λοιπόν ο κόσμος έπαψε να είναι γκρι και μονότονος και έγινε ένας αληθινός παράδεισος. Ο Θεός λοιπόν, πλέον ικανοποιημένος, αποφάσισε να ξεκουραστεί. Είχε φτιάξει έναν πολύ όμορφο κόσμο για όλους εμάς, ώστε να κατοικούμε εκεί ευτυχισμένοι.

    Αυτό τον κόσμο λοιπόν, που έγινε με τόση αγάπη και φροντίδα, οφείλουμε να τον προσέχουμε και να τον αγαπάμε ώστε να τον παραδώσουμε στις γενεές που ακολουθούν. Είναι το δώρο του Θεού στο σπουδαιότερο δημιούργημά του, τον άνθρωπο!

  • Το ψάρι που δραπέτευσε από το αγκιστρι

    Το κλάκ στο αγκίστρι τον έκανε να πεταχτεί από τη θέση του. Είχε πιάσει κάτι πολύ μεγάλο!

    «Τα κατάφερα, τα κατάφερα!» φώναζε.

    Μετά από άπειρες προσπάθειες, είχε επιτέλους πιάσει ένα τεράστιο σπάρο.

    «Μπράβο, καλή αρχή! Έτσι, από τα μικρά θα ξεκινήσεις και θα πας παρακάτω,» του είπε η παρέα του.

    Από την άλλη, το σπαράκι ένιωσε ότι η ελευθερία που τόσο επιθυμούσε δεν του είχε βγει σε καλό. Οι γονείς του είχαν πει να μην βγαίνει προς τη στεριά γιατί εκεί συχνάζουν ψαράδες. Εκείνος όμως δεν άκουγε κανέναν. Ήταν ο πιο ζωηρός από τα πέντε αδέρφια και έκανε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι. Όπου κι αν τον έβρισκες, όλο απουσίες έκανε από το σχολείο και δρασκέλιζε τη θάλασσα γιατί ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο.

    Οι γονείς του δεν ήθελαν στην αρχή να τον μαλώσουν, αλλά η κατάσταση συνεχιζόταν, επομένως αναγκάστηκαν να λάβουν μέτρα. Τον έβαλαν να υποσχεθεί ότι δεν θα το ξανάκανε, διαφορετικά θα έπρεπε να μένει συνέχεια στο σπίτι και να μην βγαίνει έξω! Ο Φλίπερ όμως δεν άκουγε κανέναν, έτσι το έσκασε και βρέθηκε κοντά στην ακτή. Είχε κουραστεί από το κολύμπι και το ψωμάκι που είδε μπροστά του φαινόταν πολύ δελεαστικό, οπότε αποφάσισε να το δοκιμάσει!

    Πάνω που άρχισε να νιώθει χαρά, ένιωσε το αγκίστρι να γαντζώνεται στα δόντια του. Έκανε πίσω να φύγει, αλλά αυτό γινόταν όλο και πιο σκληρό. Ξαφνικά ένιωσε ότι βρισκόταν έξω από το νερό. Άρχισε να νιώθει περίεργα, δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Το παιδί έτρεξε με χαρά να πάρει το τρόπαιό του. Με αυτόν τον τρόπο τους αποδείκνυε ότι ήταν αντάξιός τους.

    Ο Ζαφείρης έπιασε το μικρό ψαράκι στα χέρια του και το πέταξε μέσα στον κουβά του. Το οκτάχρονο αγόρι ήταν πολύ χαρούμενο. Μέχρι τώρα ήταν ένα παιδί, από τη μια στιγμή στην άλλη είχε γίνει άντρας. Ο Ζαφείρης αποφάσισε να μείνει για λίγο ακόμα στη θάλασσα για να πιάσει κι άλλο ψαράκι, ένιωθε δυνατός.

    Ο Φλίπερ όμως ένιωθε ότι έπρεπε να φύγει από εκεί. Ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του, στο δωμάτιό του. Έκλεισε τα μάτια του και είπε:

    «Παναγίτσα μου, δεν θα το ξανακάνω ποτέ, αρκεί να φύγω από εδώ.»

    Εκείνη τη στιγμή, σαν να τον άκουσε κάποιος, ένα σκυλί που έτρεχε στην παραλία έριξε τον κουβά κάτω. Ο Φλίπερκατάφερε να βγει έξω και, για καλή του τύχη, ένα κύμα που ήρθε εκείνη την ώρα τον τράβηξε μέσα. Είχε καταφέρει να σωθεί! Μόλις βρέθηκε στο νερό, άρχισε να κολυμπάει πολύ, πολύ γρήγορα. Είχε σωθεί! Αποφάσισε να μην αποκαλύψει την περιπέτειά του. Ωστόσο, είχε πάρει το μάθημά του.

    Ο Ζαφείρης στεναχωρήθηκε πολύ που έχασε το μικρό ψαράκι. Είχε όμως καταφέρει να αποδείξει σε όλους την αξία του.